Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

«Δεν μπορώ μόνη μου/μόνος μου…»
Αν ο γκόμενος, δεν καλέσει μια μέρα ανοίγει χρονικό χάσμα απροσπέλαστο. Ένα αδηφάγο μωρό πεινάει για αγάπη. Ένα κενό χρόνου κάνει λούπα. Κλωθογυρίζεις αέναα γύρω του. Μια μηχανιστική επανάληψη από το ίδιο στο ίδιο πενθεί τον χαμό του ενώ τον έχεις ακόμη ανάμεσα στα σκέλια σου. Σου λείπει το μπιμπερό σου (γλωσσόφιλα), η αγκαλιά του (γλυκόλογα), το χέρι που χουφτώνει (ομφάλιος λώρος) και μια γκρίνια ζαρώνει το σώμα που μαραζώνει στο Οιδιπόδειο και παλινδρομεί ολοταχώς προς την μήτρα και τα γνώριμα υγρά της. Δεν βλέπεις ορίζοντα γιατί πέφτεις στην παθητική αδράνεια του «να αγαπιέμαι...». Δεν «πέφτεις» στην αγάπη. Στέκεσαι ολόρθη, φαλλική και μαρμάρινη και πασχίζεις να αγαπηθείς και να λατρευτείς με τελετουργικό πάθος.
«Είσαι αυτό που δεν είσαι ακόμη…»
Ο πόνος έχει γίνει μια φαλλική σεξουαλική απόλαυση για δυο τουλάχιστον. Βουλιάζεις στα μορφώματα του ασυνειδήτου και κλαίγεσαι με το παραμικρό. Νιώθεις την ανεπάρκεια της ύπαρξής σου σαν στέρηση και απελπίζεσαι. Επιθυμείς να επιθυμήσεις κάτι αλλά τίποτα… Η επιθυμία της επιθυμίας γίνεται βραχνάς και σε κάνει να νοσταλγείς «τρύπες» και «φαλλούς» και να μελαγχολείς για το μη χείρον βέλτιστο. Φοβάσαι να επιθυμήσεις το άγνωστο που θα έρθει αναπάντεχα από «πίσω» σου, από την πίσω όψη της καρδιάς σου…και αγωνιάς…
Ο Lacan σφάλλει όταν νομίζει ότι η αγωνία προκαλείται από αυτό που έρχεται κατάματα πάνω σου. Όταν ένα πρόσωπο ή το ίδιο το Πράγμα έρχεται τόσο κοντά σου δεν αγωνιάς. Δεν προλαβαίνεις ούτε καν να αγχωθείς. Τα χαρακτηριστικά του διαλύονται μέσα στα δικά σου σε μια σύγχυση που φέρνει στην επιφάνεια το τυφλό σημείο και μια θολούρα ομίχλης. Η ασυνείδητη εικόνα σου μπερδεύεται με το σωματικό σου σχήμα και σε συνθλίβει μια σμίκρυνση σε διαστάσεις σημείου. Μπορείς να γίνεις ένα δάκρυ και να πνιγείς στα ρηχά. Μπορεί να πάλλεσαι στις φωνητικές χορδές σαν μακρόσυρτο κλάμα ή να καίγεσαι σένα πυρακτωμένο μάτι χωρίς βλέμμα. Όλα αυτά από έρωτα σένα πεινασμένο στόμα/στόμιο, που χάσκει μονίμως ανοιχτό. Η ανάγκη σε κάνει πουτάνα. Η ανάγκη της κοπέλας να φάει τον εραστή της, της δίνει σουβλιές στο στομάχι αλλά αυτή το σφίγγει με μια ζώνη αγνότητας και κάνει μέση δαχτυλίδι. Τα δόντια της δεν μασάνε. Τα ούλα καταρρέουν και όπου να’ναι θα πέσουν κι αυτά. Σε λίγο θα είναι και φαφούτα όπως η γιαγιά της. Η μητρική γιαγιά τσιμπούσε τις ρώγες των κοριτσιών και τις έστριβε μέχρι να ουρλιάξουν από πόνο. Τόσο άχτι τις είχε. Ήθελε οι εγγονές της να φτιάξουν μαστάρια αγελάδας για να παράγουν γάλα για τα παιδιά τους. Βίαζε το παιδικό τους στήθος κι εκείνο από τον φόβο της διείσδυσης που είχε ήδη υποστεί γινόταν σανίδα και πλάκα. Μια λεία επιφάνεια χωρίς τίποτα για να τσιμπήσεις.
Κανένα φαλλικό, μητρικό ή πατρικό υποκατάστατο δεν μπορεί να ικανοποιήσει την επιθυμία να είσαι «Εσύ αυτός που Είσαι…!» και να μην πεθαίνεις από την πείνα. Στο σημείο αυτό θα διαφωνήσω και με την Dolto. Για να βγούμε από το αδιέξοδο δεν αρκεί να μετουσιώσουμε τις ενορμήσεις και να πούμε στα παιδάκια ότι όταν μεγαλώσουν θα βρουν άλλους ενήλικες για να τους παντρευτούνε και να κάνουνε μαζί τους παιδιά. Το μόνο που συμβαίνει όταν θεραπεύονται μετά από αυτή την αναλυτική εκφορά είναι ότι απωθείται το «πτώμα» του συμ-πτώματος και μεταλλάσσεται σαν transformer σε άλλη τοπολογία του σώματος στοιχειώνοντας σωματικό σχήμα και ασυνείδητη εικόνα σώματος. Όταν τους βάζεις μια αναπαράσταση μελλοντικής «αιμομικτικής» οικογένειας με άλλους πρωταγωνιστές και κομπάρσους δεν επιλύεται το Οιδιπόδειο, ούτε μπαίνεις στον συμβολικό ευνουχισμό, απλώς απωθείται και αναδιπλασιάζεται εμπεριέχοντας και την παλιά σου «αιμομικτική» οικογένεια. Τα συμ-πτώματα των παιδιών εξαφανίζονται στην παιδική ηλικία για να επανεμφανιστούν δριμύτερα αργότερα… Μεταθέτεις τον παρθενικό υμένα για μια γενιά μετά. Ταπώνεις τα στόμια και τις ερωτογενείς σου ζώνες και σε ζώνουν τα φίδια του πόνου. Κάθε ομφάλιο αντικείμενο θα είναι η αντανάκλαση του πορτραίτου σου στον κατοπτρικό σου καθρέφτη. Δεν θα την βγάλεις καθαρή με μπιμπερό, ή τον αντίχειρα στο στόμα και τρέχοντας προς την μήτρα, ούτε με την μετουσίωση που θα σε βγάλει σένα Υπερυψωμένο Οιδιπόδειο.
photo gianpal333
Θα ξαναπεράσεις ιχνηλατώντας τα ίδια ίχνη αν θέλεις να εκβάλλεις στην Γη της Επαγγελίας που ρέει μέλι και γάλα, δηλαδή επιθυμητική ροή, χωρίς να γραπώνεσαι από την ρώγα της μαμάς σου ή να προσμένεις μια ζωή τον φαλλό του μπαμπά σου.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Ο Zizek στην χώρα του simulacrum (3)




                   ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ "Τρώω με τα μάτια"

 Στην Εδέμ δεν υπήρξε μια ευδαιμονική συμμετρία όλων από την οποία προέκυψε μια ασυμμετρία με το συμβάν της Πτώσης. Ο Zizek σχολιάζει: "Doesn’t the Bible say exactly the same thing? The serpent promises Adam and Eve that, by eating the fruit of the tree of Knowledge, they will become like God; and after the two do it, God says: "Behold, Adam has become like one of us" (Genesis 3:22). Hegel’s comment is: "So the serpent did not lie, for God confirms what it said"[1]. Πράγματι το φίδι δεν ψεύδεται; Δεν υπάρχει η μακαριότητα της μη-έλλειψης στον αμαρτωλό Κήπο της Εδεμικής υπεραπόλαυσης από την οποία πέφτουν οι πρωτόπλαστοι. Το δέλεαρ δεν είναι μια φαντασίωση σε σχήμα φαλλικού φιδιού. Το φίδι αποκομμένο από το σώμα του Αδάμ είναι το πρώτο ιπτάμενο όργανο χωρίς σώμα που παραληρεί από μόνο του. Αυτή η παραληρηματική ομιλία του επιφέρει την πραγματική επιταγή του παράδοξου Υπερεγώ-φιδιού όπως σωστά διατυπώνει ο Zizek για το Υπερεγώ: «Κάνε το, απόλαυσε! Θέλω να κάνεις ακριβώς αυτό που σου απαγορεύω να κάνεις!». Είσαι ένοχος όταν παραβιάζεις την απαγόρευση αλλά είσαι ακόμη πιο ένοχος όταν υπακούς σε αυτή. "The Freudian paradox “the more you are innocent, the more you are guilty”, holds for them: the more they are innocent of the actual crime, the more they are guilty for enjoying its fruits without paying the price for them. Superego-pressure enters here, capitalizing on this guilt in a very specific way: the superego-pressure does not squash the subject’s individuality, its effect is not to immerse the subject into a crowd where his or her individuality is dissolved; on the contrary, the superego-pressure individualizes the subject"[2] 

 Στην λακανική ψυχανάλυση η θυσία είναι εγκληματική. Καλύπτει φαινομενικά το κενό του Άλλου. Είναι η απόκριση στο αισχρό υπερεγωτικό κάλεσμα για απόλαυση και δεν έχει θετική αξία χρήσης και ανταλλαγής. Η πίεση για εξατομίκευση του υποκειμένου είναι πίεση για θυσία στο βωμό ενός παγανιστικού Θεού σε σχήμα φιδιού. Θυσιάζεται για να υπάρξει ο ανυπόστατος και ασύστατος Άλλος. Συγχρόνως θα πρέπει η θυσία του να αποφέρει το κέρδος μιας υπεραπόλαυσης του Άλλου η οποία θα αντιστραφεί σε ενοχή και χρέος του υποκειμένου που δεν θα αποπληρωθεί ποτέ. Η οπτική γωνία θέασης του κόσμου γίνεται αγωνία για το τίποτα. Η όραση θολώνει από ένα τυφλό σημείο που αγνοεί. Η επόμενη κίνηση είναι ένα μοιραίο δίλημμα: «Να υπερβεί την απαγόρευση ή να απαγορεύσει την απαγόρευση;» Ό,τι και να επιλέξει ο Αδάμ-άνθρωπος θα πέσει στην έλλειψη της έλλειψης. Στο αδηφάγο κάλεσμα «ως Θεοί».

Η Πτώση συνέβη πρώτα στο οπτικό πεδίο της Εύας. Είναι μια πτώση στο ίδιο το βλέμμα της που ατενίζει το αισθησιακά ωραίο στην όψη του καρπού της ολικής γνώσης. Πέφτει από τα ίδια της τα μάτια στην θέα του αντικειμένου της ολότητας και ακολουθεί το στοματικό πεδίο. Η πρωταρχική σαγηνευτική σκηνή εμπεριέχει το «τρώω με τα μάτια» και επακολουθεί το «τρώω με το στόμα». Αν τώρα η Εύα γίνει το ίδιο το αντικείμενο της απόλαυσής της, δηλαδή ο καρπός του δένδρου της γνώσης του καλού και του κακού, τότε θα χρειαστεί επειγόντως την ενσάρκωση μιας διαχωριστικής μπάρας για να εμποδίσει το σημαίνον να γίνει ταυτόσημο με τον εαυτό του. Σε αυτό το σημείο δικαιώνεται ο Zizek όταν λέει ότι: "This is what Lacan means when he says that "Woman doesn’t exist: Woman qua object is nothing but the materialization of a certain bar in the symbolic universe-witness Don Giovanni"[3]. Το αντικείμενο που «δεν υπάρχει» δεν εξαφανίζεται από το οπτικό μας πεδίο. Το στοιχειώνει και προσλαμβάνει απίστευτες διαστάσεις στον χωροχρόνο μας. Είναι παντού και πουθενά. Θα ήταν προτιμότερο να παραδεχτούμε ότι αν «η Γυναίκα δεν υπάρχει» τότε απλώς είναι παντού! Η παράδοση, άνευ όρων  της Εύας γίνεται άμεσα στη σαγήνη μιας φράσης του ομιλ-όντος φιδιού: «Δεν θα πεθάνετε…». Στην μυστηριώδη αυτή φράση συνυπάρχει το απέθαντο της θεϊκής ολότητας με την αντανάκλαση μιας ολικής θετικότητας στο διηνεκές. Αυτή είναι η παγίδα που αγκιστρώνει το βλέμμα της και όχι η δήθεν αλήθεια των λόγων του φιδιού. Άλλωστε το «ως Θεοί» δεν επαληθεύεται. Αφού τρώνε τον καρπό της ολικής γνώσης (ενός καλόκακου πλήρως νοήματος) τα μάτια τους ανοίγουν από μόνα τους στην έλλειψή τους. Μια έλλειψη που κάνει την ανεπάρκεια της ύπαρξης να φαντάζει σαν απελπιστική στέρηση. Οι πρωτόπλαστοι κρύβονται στα φυλλώματα του δέντρου και γίνονται οι ίδιοι το δένδρο στο οποίο κρύβονται. Το σώμα τους γίνεται ο κορμός του και το φύλο τους μπερδεύεται με τα φύλλα του δένδρου. Αυτή η αδιαφοροποίητη περιβολή αντί να τους επενδύει με νέα λεκτικά περιβλήματα τους απογυμνώνει κι άλλο. Είναι «γυμνοί» όπως το φίδι. Το μη-υπαρκτό (το φίδι που μιλάει) γίνεται το μόνο υπαρκτό. Πέφτουν στο σφάλμα και συγχέονται στον τόπο του σφάλματος. Έγιναν ο καρπός που έφαγαν και ομοιώματα του φιδιού που τους προέτρεψε να φάνε. Η φαντασιακή ταύτιση εκδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο στον κήπο της Εδέμ. (Εδέμ: σημαίνει απόλαυση).
photo gianpal333
  Το Πνεύμα τι ρόλο διαδραματίζει σε αυτήν  την Πτώση; Ο Zizek αναφέρει: "What is “Spirit” at its most elementary? The “wound” of nature: the spirit of human subjectivity is the power of differentiating, of “abstracting”, of tearing apart and treating as free-standing what in reality is part of an organic unity. Spirit is nothing but the process of the elaboration (“mediation”) of this immediacy, of withdrawing-into-itself or “taking off” from it, of alienating itself from it. Spirit’s return-to-itself creates the very dimension to which it returns"[4].Το Πνεύμα δεν είναι τραυματική πληγή αλλά πνοή ζωής. Αυτή είναι η απειροελάχιστη ζώσα διαφορά για να μην απομείνει το Πνεύμα χωρίς την πνοή του σε ένα ασφυκτικό κλοιό που διαιωνίζει τους κύκλους του τραύματος ως κύκλους του αιτήματος.

Οι κύκλοι του αιτήματος δεν βγάζουν στην επιθυμητική ροή. Απλά γίνονται ουρλιαχτά για «όρια!» και εγκλήματα των δήθεν ειδικών περί ψυχής. Ο πήχης όλο και ανεβαίνει όσο κι αν τον πηδάτε και η επιθυμία ψυχορραγεί ανάμεσα στα σκέλια σας…

Έραναν τον τάφο…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ,http://psychiama.blogspot.gr/2017/04/zizek-simulacrum-2_9.html,
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ,http://psychiama.blogspot.gr/2017/04/zizek-simulacrum-1.html 



[1] Ibid., p.47.

[2] Slavoj Zizek, Trouble in Paradise, From the end of history to the end of capitalism (London: Penguin Books,2014), p.86.

[3] Slavoj Zizek, For They Know Not What They Do; Enjoyment as a Political Factor, 2nd edn (New York: Verso, 2002), p.112.


[4] Slavoj Zizek, Event, Philosophy in Transit (London: Penguin books, 2014) p.46. 


Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ο Zizek στην χώρα του simulacrum (2)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ           

Η προτεσταντική θρησκεία δεν είναι ο εγγυητής του χάσματος και της ασυμμετρίας ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο. Δεν πρόκειται για καμιά «απομάγευση» του κόσμου η οποία μας αποκαλύπτει την ψυχρή υλική πραγματικότητα του Πραγματικού. Πρόκειται για ένα ψευδοχάσμα που καλύπτεται με ίχνη διαστροφικής απόλαυσης καθώς μας επαναφέρει διαρκώς στην μήτρα της Αιγύπτου χωρίς δυνατότητα εξόδου προς την Γη της Επαγγελίας η οποία συγχρόνως είναι η έρημος του Πραγματικού. Η μη διαμεσολάβηση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο δεν μας απαλλάσσει από ένα κουραστικό εκκλησιαστικό οικοδόμημα που δρα σε αρμονική ιεραρχία με μια θεία παντοδυναμία αλλά μας καλύπτει το παράδοξο μυστήριο της Ενσάρκωσης του Λόγου του Θεού. Ο Zizek αποφαίνεται:"…at the moment of Christ’s death, the earth shook, there was a thunderstorm, signaling that the world was falling apart, that something terrifyingly wrong was taking place which threw the very ontological edifice of reality off the rails. In Hegelese, Milbank’s vision remains that of a substantial immediate harmony of Being; there is no place in it for the outburst of radical negativity, for the full impact of the shattering news that "God is dead"1. Ο θάνατος του Θεού αντηχεί στην σκέψη του Zizek ως η εγκατάλειψη του Θεού από τον ίδιο τον Θεό. Ένας θάνατος χωρίς ανάσταση. Το θνητό σώμα του Χριστού είναι ένα δοχείο πρόσληψης της θεότητας που πεθαίνει αφήνοντας ένα υπόλοιπο παρουσίας στην κοινότητα των πιστών ως Άγιο Πνεύμα2. Ο Χριστός ανασταίνεται ως Άγιο Πνεύμα και όλο το σκηνικό φαντάζει ως ένα υπολειμματικό πλεόνασμα απενσαρκωμένης αγάπης μεταξύ των πιστών ή ως ισοδύναμο της ίδιας τους της κοινότητας. Αυτή η αναπαράσταση θα ταίριαζε περισσότερο με μετενσάρκωση παρά με ανάσταση. Ο συμβολικός Πατέρας γίνεται ένα νεκρό βιβλικό γράμμα. Αν ανυψωθεί σε ένα Ιδεώδες Εγώ τότε εισερχόμαστε απευθείας στο πεδίο του Φαντασιακού Πατέρα τον οποίο καταναλώνει ως Τοτέμ η φαντασιακή κοινότητα των πιστών. Μια άλλη αναπαράστασή του είναι εκείνη της επουράνιας Τριάδας η οποία είναι αποκομμένη από το ανθρώπινο και καθρεφτίζεται σε μια γήινη Τριάδα που ενεργεί για τους ανθρώπους3. Προφανώς και σε αυτήν την διπλοτυπία τα κάτοπτρα πολλαπλασιάζονται και διαιωνίζονται διαθλάσεις, αντανακλάσεις και θραύσματα μιας ανακύκλωσης από το ίδιο στο ίδιο μιας δυσδιάστατης αναπαράστασης χωρίς έξοδο. Βρισκόμαστε διαρκώς ακινητοποιημένοι στον τόπο της αδύνατης απόλαυσης, της αδύνατης ανταλλαγής και των εκάστοτε media που δρουν ως vanishing mediator. Το σημαίνον «Θεός» είναι πάντα ήδη παρελθόν που προβάλλεται στο μέλλον ως διπλή ανάκλαση. Ο Άλλος δεν είναι η ριζική Ετερότητα, ο ριζικά Άλλος. Το παρελθόν καθρεφτίζεται στο μέλλον για να καθρεφτιστεί πίσω στο παρόν ως αναδιπλασιασμός της αντανάκλασής του. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να αναρωτηθούμε, και εμείς και ο Zizek, για την ηθική της επιθυμίας μας σε σχέση με την ηθική της πράξης του λόγου μας όταν μιλάμε για τον Χριστιανισμό. Δεν μπορούμε να την εντοπίσουμε σε ένα οντολογικό χάσμα, σε μια ρωγμή, στο κέντρο της ύπαρξης από την οποία αναδύεται μια αυθεντική πράξη του λόγου αλλά ούτε και σε μια αυτοαναφορικότητα κυκλικού τύπου του Άλλου της απόλαυσης. Ο Lacan αναφέρει ότι: «το μόνο πράγμα για το οποίο μπορεί να είναι κανείς ένοχος, είναι το να έχει υπαναχωρήσει σε σχέση με την επιθυμία του»4. Η αέναη όμως ακολουθία μιας επιθυμίας της επιθυμίας μπορεί να εκβάλλει σε μια σύγχυση Φαντασιακού-Συμβολικού χωρίς Πραγματικό. Ο χρόνος μπορεί να καθηλωθεί σε μια διαπαθητικότητα χωρίς διάρκεια και τα στοιχεία που τον απαρτίζουν να γίνουν ολόιδια μεταξύ τους. Ακόμη κι αν το αίτημα του υποκειμένου διατρέχει έναν «πλήρη» κύκλο και η επιθυμία του ένα «κενό» κύκλο, ο οποίος αναπαριστά την μετωνυμική διαδρομή της επιθυμίας που το υποκείμενο διανύει σύμφωνα με μια ασυνείδητη επιλογή διαγράφοντας τους γύρους του αιτήματός του, δεν μπορούμε να διαφύγουμε από την ανεστραμμένη κυκλικότητα των σημαινόντων.

Το θέμα δεν είναι ποιος κύκλος φαντάζει καλύτερος για να τον επιλέξουμε με τα μάτια ερμητικά κλειστά αλλά η ριζική διαφορά ανάμεσα σε κύκλο και σταυρικό σχήμα (συμβολικός ευνουχισμός). Ο τραυματικός χαρακτήρας της Ενσάρκωσης του Λόγου δεν είναι της τάξεως του ριζικού ανταγωνισμού εντός Του αλλά ούτε και της σύμπτωσης πεπερασμένου και απείρου σε μια αρμονική Θεία Ολότητα. Η διαίρεση (Θεάνθρωπος) μέσα στο ίδιο το σημαίνον Θεός είναι ένα συμβάν μέσα στο αδιαίρετο της Αγίας Τριάδας. Ο Θεάνθρωπος διαιρείται χωρίς να χάνει την θεότητά του ή να εκφέρει απλώς άλλο ένα υστερικό παράπονο εγκατάλειψης προς τον Θεό Πατέρα      
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

1 Slavoj Zizek and John Milbank, The Monstrosity of Christ
, Paradox or Dialectic? (London: Edited by Creston Davis, 2009), p.249.


2 Ibid., p.253.


3 Ibid., p.253.



4 J.Lacan, Le Seminaire.Livre VII. L’ethique de la psychanalyse (Paris: Seuil, 1986), p.370.

photo gianpal333


Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ο ZiZek στη χώρα του simulacrum (1)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Πως μπορεί να διαφύγει ακόμη και ο ZiZek, η πιο σημαντική μορφή της λακανικής ψυχανάλυσης μετά τον Lacan, από την πιο παλιά παγίδα της Προτεσταντικής Ηθικής που σαγηνεύει με τα δίχτυα του δυϊσμού; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Μπρος το «Όλο» του Lacan και πίσω το «μη-Όλο» που μεταφράζεται ως «Τίποτα» μια που λείπει η διαμεσολάβηση του ενσαρκωμένου Λόγου που θα έκανε μια ριζική διαφορά στην τοπολογία του Φαντασιακού-Συμβολικού-Πραγματικού.
Ο ZiZek ισχυρίζεται ότι: «το Άγιο Πνεύμα είναι η κοινότητα των πιστών» και «ο αθεϊστικός Χριστιανισμός είναι ο αληθινός Χριστιανισμός». Το Πνεύμα δεν είναι η νεοπλατωνική Ιδέα. Αν δεν ενσαρκωθεί στον λόγο του υποκειμένου δεν θα υπάρχει ούτε καν στην μνημονική εικόνα του σώματός του. Κάπου ανάμεσα στην χεγκελιανή οπτική και στην λακανική ψυχανάλυση χάνεται το παράδοξο της Ενσάρκωσης. Το σώμα του Λόγου αποσυνδέεται σε απενσαρκωμένα ιπτάμενα όργανα χωρίς διαμεσολάβηση ή γίνεται το σύγχρονο discourse των ανθρωπόμορφων αντικειμένων. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει το ''vanishing mediator'' του ZiZek, είναι πράγματι η φροϋδική ενόρμηση θανάτου; Επιπλέον το «'Ένα» και «η πολλαπλότητα του Ενός» της νεοπλατωνικής Ιδέας συναντιούνται στη χώρα του simulacrum με την αινιγματική λακανική φράση: «Η Γυναίκα δεν υπάρχει» και με την κρυψώνα του λακανικού αντικειμένου μικρού α (objet a), ως αντικείμενο της ενόρμησης και ως αντικείμενο-αίτιο της επιθυμίας, στην κούφια κοιλιά ενός αρχαιοελληνικού αγάλματος.
Σε αυτές τις υπόγειες διαδρομές θα ανιχνεύσουμε τον τόπο του σφάλματος στην κατά τα άλλα εύστοχη τρισδιάστατη οπτική του βλέμματος του ZiZek.


Ο Zizek ισχυρίζεται: "God"(the divine) is a name for that which in man is not human, for the inhuman core that sustains being-human"1. Αν είναι αυτό το « Όνομα του Θεού», δηλαδή το τερατώδες, απάνθρωπο ή μη-ανθρώπινο μέσα στον ίδιο τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης τότε προφανώς δεν αναφερόμαστε σε κανένα Θεό. Αυτή η αναφορά μας παραπέμπει στα λακανικά «Ονόματα-του-Πατρός», στον πατροδιαστροφικό Πατέρα της απόλαυσης, στον μεγάλο Άλλο μέσα στον μεγάλο Άλλο, στον Άλλο του Άλλου, στον Πραγματικό Άλλο, σε μια μεταγλώσσα μεταφυσικής πνευματικότητας και τελικά στο ίδιο το Πράγμα (das ding). Επιπλέον ο Υπερεγωτικός νόμος που επιβάλλει την διαστροφική απόλαυση μπορεί να είναι ο πιο τραυματικός αλλά δεν είναι ο νόμος του Λόγου (Θεός). Είναι εσφαλμένη η αντίληψη του Θεού του χριστιανισμού ως εκείνου ο οποίος διαιρείται εντός του σε ένα Θεό της αγάπης, πράο και γαλήνιο και σε ένα Θεό εξοργισμένο που ενσαρκώνει το Υπερεγώ2. Η σύνθεση των αντιθέτων σε μια θεϊκή ενότητα Πράγματος, που εμπεριέχει τις αντιφάσεις του, ενσαρκώνει μόνο τον τρόμο ενός παγανιστικού Θεού ο οποίος σπέρνει τον πανικό.
Αν επεκτείνουμε την διαίρεση εντός του σημαίνοντος «Θεός» σε καλό και κακό Θεό, τότε η σύνθεση των αντιθέτων που θα προκύψει θα μας φέρει αντιμέτωπους με τον «καλόκακο» καρπό της ολικής γνώσης στον κήπο της Εδέμ. Δεν υπάρχει ανταλλαγή ανάμεσα στην εργασία (κήπος της Εδέμ) και στο Κεφάλαιο (Θεός). Στην σύγχρονη καπιταλιστική Εδέμ ο άνθρωπος (Αδάμ) πουλάει το ίδιο του το δέρμα (το λεκτικό του περίβλημα) στην αγορά των αντικειμένων που ο ίδιος ονόμασε με διαφημιστικές ετικέτες. Όταν ο Θεός τραπεζίτης δίνει πίστωση ζωής στον εκλεκτό του δεν αναμένει ότι θα την εξοφλήσει με την δωρεά της Θείας Χάριτος. Ένα τέτοιο ηθικό χρέος στο «να σωθεί» είναι μέσο ελέγχου και κυριαρχίας. Ο Θεός δεν θα είναι πια Θεός αλλά ένα μερικό αντικείμενο της ενόρμησης υπερυψωμένο σε ανέγγιχτα ύψη και ταυτόχρονα ένα εργαλείο απόλαυσης. Ένα καθαρό ομοίωμα, το οποίο επαναλαμβάνει την αντίθεση νόμου και παράβασης του Νόμου μέσα στον ίδιο τον Νόμο που εικονίζει τον Ίδιο, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ανακυκλώνει μια επιπλέον παράδοξη σύγχυση του συμβάντος με το μέσον. Το επακόλουθο συμπέρασμα μιας τέτοιας διαλεκτικής δεν είναι: «θέση-αντίθεση-σύνθεση» αλλά «θέση-αντίθεση-σύγχυση» γιατί στην Εδέμ η σχέση των τριών «άντρας-γυναίκα-καρπός» οδηγεί την Εύα να αποδώσει τον καρπό στον Αδάμ με μονοσήμαντα παραγγέλματα και όχι να άρει μια αντίθεση. Η απάρνηση της ίδιας της υποκειμενικής σχέσης και η μετατόπισή της στο παρανοϊκό πεδίο της ολικής γνώσης του καρπού είναι ένα έγκλημα που γίνεται για κάποιον Άλλο.
Απορροφώντας ακόμη και την άρνηση («Δεν θα φας τον Άλλο», ως ο νόμος του Λόγου στον κήπο της Εδέμ) ο χειραγωγούμενος σκλάβος, ο κλωνοποιημένος κατ’εικόνα του master του, ενσωματώνει τον master του, εμπεριέχοντας το αντικείμενο-Θεός, ενώ τον απαρνείται. Το Όνομα του Θεού αποκτά κατά αυτόν τον τρόπο μια φαλλική αξία που καταναλώνεται εντός του ίδιου του πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αντιθετική λογική μιας διαλεκτικής του ανθρώπινου και μη-ανθρώπινου, που στηρίζει το ανθρώπινο, μας ανοίγει διάπλατα τις πύλες της απάρνησης του Θεανθρώπινου. Καθώς ο άνθρωπος δεν μπορεί να μεταβολίσει το μη-ανθρώπινο αντικείμενο εντός του, καταβροχθίζεται από αυτή την ενσωματούμενη Ετερότητα στον σκληρό πυρήνα της ύπαρξής του και γίνεται συνεργός και συνένοχος του θανάτου του Θεού. Ο νεκρός Θεός δεν υπόκειται στον συμβολικό ευνουχισμό. Μπορεί κάλλιστα να ίπταται σαν φασματική παρουσία και να στοιχειώνει τον χωροχρόνο μας. Αφού ο Θεός αποδιαφοροποιείται εντός του ανθρώπου, επακολουθεί ο διαμελισμός του ανθρώπου σε οπτικά signs και simulacra. Η οπτική του αντίληψη της πραγματικότητας γίνεται τρόμος και φόβος της απογύμνωσής του. Δεν έχει πια λεκτικό περίβλημα για να προστατευτεί από τον Θεό-Υπερεγώ που απαιτεί θυσίες καιόμενης σάρκας ως θυμίαμα ενώπιον Του. Τρώει λοιπόν την άρνηση (δεν θα φας τον Άλλο) μαζί με τη διαφορά του (Εγώ δεν είμαι Εσύ) και περνάει από την «ηθελημένη» σκλαβιά στην αθέλητη συνενοχή…
1 Slavoj Zizek and John Milbank , The Monstrosity of Christ (London: Edited by Creston Davis,2009) p.240.

2 Slavoj Zizek, For they know not what they do, Enjoyment as a political factor (Verso: London, 2002) p.30.
photo gianpal333

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗΣ


Ο Freud είναι ο ίδιος ο Don Juan αν και δεν είχε κατακτήσεις. Κάνει όμως συλλογές από αγάλματα παγανιστικών θεοτήτων, μανιτάρια που μοιάζουν με βάθρα θεοτήτων, και απατάει τον Γιαχβέ, τον Θεό των προγόνων του, και όχι την γυναίκα του. Ο Lacan αναδιπλασιάζει τον Freud ενώ θεωρεί ότι «επιστρέφει σ' αυτόν». Τα αγάλματα που συλλέγει είναι, κατά την γνώμη μου, τα Ονόματα-του-Πατέρα και το κεντρικό είδωλο λέγεται: άγαλμα «αντικείμενο μικρό α» μέσα μας. Δεν αμφισβητώ το «αντικείμενο μικρό α». Μόνο που μαρκάρει την απόλαυση και όχι την επιθυμία. Δεν κολλάει με τίποτα η αγαλμάτινη επένδυση με την οποία ντύθηκε. Εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε μια μετάσταση του σφάλματος που παραμένει διπλό και αναδιπλασιάζεται ως κηλίδα, στίγμα και σημείο των μνημονιακών καιρών μας. Ακόμα και η εφαρμοσμένη πια ψυχανάλυση απαρνείται την ίδια την ψυχανάλυση. Το βλέμμα, η επιθυμητική ροή (G.Deleuze-F.Guattari), η σαγήνη (J.Baudrillard), η εικόνα που δεν είναι μόνο εικονοφαντασιακό αλλά και οι αισθήσεις του κάθε ανθρώπου, η όσφρηση, η αφή, ακόμα και η πνοή του δεν της λένε απολύτως τίποτα. Τις κοιτάει υπεροπτικά και ψάχνει με το μικροσκόπιο να δει «από πού απολαμβάνεις…»

Τι γίνεται όμως με την ενοχή που κληρονομείται σαν «μήτρα-διαφυγής» από γενιά σε γενιά; «Κάνει σαν να μην την βλέπει». Αυτό το «κάνω σαν...» της απάρνησης του ψυχαναλυτή μεταδίδεται ως παθητική άρνηση και στους αναλυόμενούς του. «Κάνω σαν να θυμάμαι, σαν να πιστεύω ή ακριβώς το αντίστροφο». Όλα είναι δυνατά αρκεί να τροφοδοτούν τον φαύλο κύκλο της απάρνησης και οι παίκτες που τζογάρουν να παραμένουν στις θέσεις τους. Αν κουνηθούν αμήχανα χωρίς να ξέρουν γιατί θα τους φορέσουν το καπέλο της λεγόμενης «κατάθλιψης» ή της «ψύχωσης» και θα τους στείλουν στο κρεβατάκι τους παρέα με μια σακούλα φάρμακα. Η κατάθλιψη στοιχειώνει με ένα μελαγχολικό χαμόγελο κυρίως τις «γυναικείες κρεμάστρες» ή τα «κοριτσάκια-αντικείμενα» διαχείρισης του ίδιου τους του φύλου που φτάνουν στο κατώφλι του ψυχαναλυτή. Ο πόνος γίνεται διαρρήκτης και αναδιπλασιάζει τον φόβο. Από πόνο σε φόβο και από φόβο σε ενοχή τα εγκλήματα απέναντι στο υποκείμενο του ασυνειδήτου πολλαπλασιάζονται και οι γιοί του Οιδίποδα της ψυχανάλυσης αλληλοσκοτώνονται για ένα κρυφό σφάλμα που πρέπει να παραμείνει άλεκτο… Έτσι ο δρόμος της απόλαυσης παραμένει ανοιχτός στους απανταχού κρεμασμένους και στις κρεμάστρες τους

Ο Freud τρώει με καλεσμένους αγάλματα στο τραπέζι του και ο Lacan μιλάει για το άγαλμα μέσα μας. Κάπου εδω βλέπω να μεταδίδεται σιωπηλά το σφάλμα απο τον πατέρα στον γιό της ψυχανάλυσης. Αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλά γυροφέρνει σε ατέλειωτα ρητορικά σχήματα στη γλώσσα του Lacan είναι το κρυφό «σφάλμα-άγαλμα» του φροϋδικού πατέρα. Ό,τι δεν λέγεται στο λεχθέν λέγεται στο μη λεχθέν. Ο Lacan ντύνεται με εκκεντρικά ρούχα και φιλάει τα χέρια των γυναικών κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση.



                          «...και υποκλίθηκε βαθιά, ίσαμε το χώμα...»
photo gianpal333


Ντύνεται με το πέπλο της σαγήνης και τους απευθύνεται με τα λόγια του ιπποτικού έρωτα προς τις εύθραυστες δεσποσύνες κάποιου άλλου αιώνα. Οι πιστοί του απλά τον μιμούνται χωρίς να ρωτούν «γιατί;». Κάθε ερώτημα είναι αίρεση μέσα στους κόλπους της κάθε Σχολής που θέλει να μιλάει με ένα χείλος και να εκφέρει ένα μόνο λόγο. Χτίζουν μια Βαβέλ και όπως κάθε βαβελική ιστορία έτσι και αυτή των Σχολών του Lacan καταλήγει διαρκώς σε σύγχυση. Μια σύγχυση ενορμήσεων και διαφορών. Ο πύργος της Βαβέλ που θα'θελαν να υψώσουν μέχρι τα ουράνια με μια μόνο εκφορά του λακανικού λόγου τρέμει ήδη απο τα θεμέλιά του... Κι εκείνος «αθώος» κληρονόμος ενός ειδώλου με μορφή αγάλματος ένοχα το περι-φέρει, το μισο-κρύβει και το επαναλαμβάνει…

Το άγαλμα είναι ένας κρυψώνας του αντικειμένου α. Κι όμως μέσα στην κούφια του κοιλιά κρύβεται το σφάλμα. Κάπου εκεί τα μάτια διασταυρώνουν τη ματιά τους και αλληθωρίζουν. Συγχρόνως τα ιερά κεφάλια των μυστικιστών του Lacan γέρνουν πολύ κοντά το ένα με το άλλο και αναμειγνύονται τα φωτοστέφανά τους...

Τι τον αναγκάζει να μπερδεύει τις γλώσσες των ακροατών του και να δημιουργεί και ο ίδιος την σύγχυση της Βαβέλ; Στο Seminar XX ο Lacan βάζει τον εαυτό του σε θέση αναλυομένου και το ακροατήριό του σε θέση αναλυτή. Χαρακτηρίζει το κοινό του ως «plus-de-jouir presse». Μια υπερ-απόλαυση φρεσκοστυμμένη σαν λεμονόκουπα. Ποιος στύβει ποιον; Τους κάνει να δούνε ό,τι βλέπουνε με τον τρόπο που το βλέπει ή απλά κοιτούν προς τα εκεί που δείχνει αφηρημένα το δάχτυλό του...αλλά δεν βλέπουνε με τον τρόπο που τους βλέπει;... Τι τον αναγκάζει να αποτυγχάνει μπροστά στην επιτυχία του; Ίσως το Όνομα-του-Πατέρα που κι εκείνο μισο-κρύβεται μέσα στην αγαλμάτινη όψη των Ονομάτων-του-Πατέρα. Το Όνομα-του-Πατέρα φαντάζει σαν κεραυνός σε αίθριο ουρανό. Ένα σημείο που κατακεραυνώνει με την λάμψη του χωρίς να ξέρουμε τι σημαίνει. Στις φωτεινές αυλακιές που χαράζει στο στερέωμα τής φαντασίωσης αρκεί να πούμε ότι είναι το «όχι!» του Πατέρα, ένα αναιμικό «όχι», με όσα θαυμαστικά κι αν του βάλουν, που εκφέρεται από ένα μαμαδομπαμπά κι έπειτα να ξαναψάλλουμε το ρητό: «ένα σημαίνον που αντιπροσωπεύει το υποκείμενο για ένα άλλο σημαίνον» και ξεμπερδέψαμε με τα τροπάρια ή μας διαφεύγει το πιο ουσιώδες; Κάτι που δεν εκφέρεται.

Ένα Όνομα-χωρίς-όνομα ...

Είμαι αυτός που θα είμαι…

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Η ΝΕΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ: «ΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ»

Με το μάτι να εξέχει πεινασμένο από την κόγχη του το συστημικό λαγωνικό των διαταραχών βρήκε νέο στόχο. Ακόμα και ο Freud που μιλούσε για το Εγώ σαν αμοιβάδα με ψευδόποδες που ξεκινούν από μια κεντρική μάζα και παραμένουν σταθερά ακόμα και όταν διαστέλλονται στο έπακρο (1923, Libido Theorie) δεν θα πίστευε ότι οι ψευδόποδες έβγαλαν πρόσθετα μέλη σαν μεταλλαγμένα πλοκάμια και στραγγαλίζουν ανθρώπους αφού πρώτα τους καρφιτσώσουν μια ετικέτα στο πέτο όπως «διαχειριστικός άνθρωπος» και μια οδηγία χρήσεως «πως θα τους αποφεύγετε».
Περπατάτε στον δρόμο σαν καχύποπτοι φοβικοί και βλέπετε τέρατα με σφιγμένα σαγόνια, άκαμπτες αρθρώσεις, βδέλλες που κολλούν στα αυτιά σας και ψύλλους που τσιμπούν το δέρμα σας. Αν αναρωτιέστε πως το πάθατε αυτό στα καλά καθούμενα ακολουθήστε την κατοπτρική σας εικόνα όπως σας την προβάλλουν οι πωλητές των νέων διαταραχών. Ταυτίζεστε με αυτό το Τέρας που σας λένε να αποφύγετε και την μορφή του την αντιλαμβάνεστε σαν όριο και περίγραμμα λεκτικό ή δερματικό του δικού σας δέρματος. Με ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο είσαστε αιχμάλωτοι της εικόνας σας. Μπορεί να’ναι ο διπλανός σας ο ύποπτος διαχειριστικός τύπος ή εσείς οι ίδιοι. Θα σας έλεγε και ο Freud αν ήταν παρών στις μέρες μας μέσα από την φράση του: «Το Εγώ είναι πρώτα απ’όλα ένα σωματικό Εγώ, δεν είναι απλώς μια επιφάνεια αλλά μπορεί να είναι και η προβολή μιας επιφάνειας» (S.E.,p.26) να προσέχετε όχι τον «διαχειριστικό άνθρωπο» αλλά αυτές τις διαστροφικές επιφάνειες ενός Υπερτροφικού- Ναρκισσιστικού-Παρανοϊκού αμαλγάματος παιδαγωγικής και εφαρμοσμένης ψυχοπαθολογίας συμπεριφοριστικού τύπου που δεν σας θεωρεί καν ανθρώπους αλλά διαχειρίσιμα υλικά για κερδοφόρα πρότζεκτ.
Οι παραμορφωτικοί καθρέφτες αναδιπλασιάζουν τους «καλούς» και τους «κακούς», τους «ασθενείς» και τους «υγιείς» σε ένα σοδομημένο σύστημα που απαιτεί δεσμοφύλακες και πανοπτικά μοντέλα παρακολούθησης της ψυχικής υγείας.
photo gianpal333
Ακόμη και τα παιδάκια σε Γυμνάσια και Λύκεια αν γράψουν καμιά φράση πάνω στα θρανία τους είναι ύποπτα για αμαύρωση του θρανίου τους που είναι δημόσιο υλικό και πρέπει να το σβήσουν σε ένα πεντάλεπτο με οινόπνευμα. Τα θρανία γίνονται και αυτά γυάλινες επιφάνειες, καθρέφτες που πάνω τους δεν κολλούν ίχνη. Οι μαθητές χωρίς ίχνη και εγγραφές περιφέρονται στα προαύλια σαν τρόφιμοι σε φυλακές. Με ποινολόγια και απουσιολόγια τους διαχειρίζονται καταλλήλως ώστε να μην αφήνουν τα ίχνη τους πουθενά. Απλά να ξέρουν να διαχειρίζονται την ύλη των μαθημάτων τους και να απωθούν ακόμη και ότι υπάρχουν.
«Καθαριότητα-Ησυχία-Τάξη-Ασφάλεια» λέει ο «διαχειριστικός άνθρωπος» και σας κλείνει το μάτι… Όλα είναι δυνατά!...
-Πότε θα γίνεις γλειφιτζούρι;
-Όταν θα γίνω κότα.
-Πότε θα γίνεις κότα;
-Όταν θα γίνω κατσίκα.
-Πότε θα γίνεις κατσίκα;
-Όταν θα γίνω αγελάδα.
Και πάει λέγοντας…!

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΣΕΞΟΥΣΙΑΣ

Ψάχνοντας να βρεις γιατί δεν νιώθεις, γιατί οι προτάσεις σου κόβονται στη μέση από μια ανεξήγητη αμνησία, γιατί δεν μπορείς να σκεφτείς, συναντάς το σώμα σου διαμελισμένο στον καθρέφτη της παραγωγής μιας σεξουσίας που βγάζει κέρδος από το να σε ευνουχίζει, να σε κλαδεύει σε τομείς διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού και να σε βάζει στο περβάζι της επιστήμης σαν αντιπροσωπευτικό δείγμα γλάστρας χωρίς ήλιο, νερό και με τρία πλαστικά άνθη εντός της:
α)την ανάγκη, ως πόρνη πολυτελείας, β) την στέρηση, ως γριά πατρόνα και γ) την παραγωγή στέρησης και ανάγκης. Η γλάστρα είναι ο οίκος μη-αντοχής όπου ξημεροβραδιάζεσαι. Είσαι το απαραίτητο συστατικό του φαύλου κύκλου παραγωγής τους. Γύρω-γύρω όλοι και στη μέση εσύ. Πρέπει να καλύψεις τις τρύπες των αναγκών σου και να απελευθερώσεις τις παραγωγικές σου δυνάμεις με εργασιακή δουλεία μέχρι θανάτου ή να βγάλεις κέρδος αραχτός από την ατομική σου «σωτηρία» κάνοντάς την ατομική επιχείρηση. Το βλέπεις το δίπολο; Όπου βλέπεις δίπολο μακριά… Καλύτερα να αναζητάς όχι το τρίτο το μακρύτερο, αλλά την τρίτη διάσταση σένα τετραδιάστατο χώρο, δηλαδή εσένα ως άνθρωπο και όχι ως μηχανή παραγωγικότητας.
photo gianpal333
Πέρα λοιπόν από το δίπολο «
αρχή της πραγματικότητας» και «αρχή της ηδονής» του Freud νέα δίπολα έρχονται στην πιάτσα που απευθύνονται σε δίποδα που σέρνονται σαν τετράποδα πίσω από την νέα «αρχή της παραγωγικότητας». Χωρίς ίχνος επιθυμητικής ροής μέσα σου τρέχεις να προφτάσεις την ανθρώπινη αναπαραγωγή σου και να μην μείνεις πίσω λαχανιάζοντας. Την παίρνεις, την γονιμοποιείς, την μετασχηματίζεις την ανάγκη σου σε τουαλέτες υψηλής λειτουργικότητας αλλά δεν γίνεται η παραγωγική ή η εργατική δύναμη που θα’θελες. Μένεις λοιπόν καταϊδρωμένος και με μια μόνιμη δυσκοιλιότητα να σε ενοχλεί σαν σύμπτωμα που το τρέχεις εδώ και κει και δεν ξέρεις τι σου φταίει.
Στον κήπο της Εδέμ δεν εργάζεσαι για την καπιταλιστική επέκταση του φαντασιακού σου παραδείσου σε τουριστικά θέρετρα που μοιάζουν με στρατόπεδα εργασίας. Απλά περπατάς και χαζεύεις ένα κήπο με πραγματικά λουλούδια, χωρίς γλάστρες, καλλιεργώντας τον λόγο σου και την επιθυμία σου στο σώμα, στην ψυχή και στο πνεύμα σου και την αφήνεις να ρέει σε διαζεύξεις και συζεύξεις με τους γύρω σου έξω από τους τοίχους της φυλακής σου . Αν σου φαίνεται κουραστικό αυτό απλά χαράζεις το οικοπεδάκι σου και πέφτεις με τα μούτρα στην παραγωγή λαδιού ή αφήνεσαι να σου «βγάζουν το λάδι» με νέες τεχνικές παραγωγής πολλαπλών εαυτών ή γίνεσαι απλά η ψηλομύτα του παραμυθιού και τρως τα μούτρα σου στο σκληρό Πραγματικό.
«Κυρία Σώτη, νήπως η πριγκίπισσα-ψηλομύτα είχε μια ψηλή μύτη μέχρι το μέτωπο;» με το χεράκι της η μικρούλα μου δείχνει τα ράμματα που της έκαναν όταν σκόνταψε στο ίδιο της το καρεκλάκι.

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ: ΦΟΒΑΜΑΙ ΟΤΙ ΘΑ ΦΟΒΗΘΩ

Τα χαπάκια βγαίνουν από τις τσάντες για να είναι σε ετοιμότητα στα χέρια ανά πάσα στιγμή. Ο φόβος παραμονεύει μια που είναι η βασική παρενέργεια των αντικαταθλιπτικών και των ψυχοφαρμάκων. Όχι ο οποιοσδήποτε φόβος αλλά ο φόβος ότι θα φοβηθείς…Σου μπαίνει η ιδέα που δεν είχες ποτέ πριν και η διάγνωση βγαίνει απευθείας. Σε λένε ψυχαναγκαστικό με έμμονες ιδέες. Προμηθεύεσαι τα χαπάκια σου σαν πολεμοφόδια σε μια μάχη χωρίς φανερό εχθρό και βγαίνεις στη νέα αγορά συμπτωμάτων τελείως ξεβράκωτος στα αγγούρια.
«Ποιος σε φοβίζει;»
«Ποιος σου είπε ότι θα φοβηθείς;»
Αυτές οι ερωτήσεις ούτε καν λέγονται πια. Υπάρχει κίνδυνος να ξυπνήσεις και να ανακαλύψεις την απάτη του νέου συμπτώματος που σου κατασκεύασαν για να ξεχάσεις με το ζόρι τρείς βασικές συντεταγμένες: α) Ποιος είμαι (το φύλο σου με σάρκα-οστά-ψυχή-πνεύμα) β) Που είμαι; (τον χωροχρόνο σου) γ) Πως είμαι; (την ασυνείδητη εικόνα του σώματός σου που δεν τα βρίσκει με την τρεμάμενη εικόνα σου στον καθρέφτη της παραγωγής του εικονοφαντασιακού σώματος μέσα στο οποίο σε εγκλώβισαν). Αντί για άνθρωπος με αυτόνομο βάδισμα και βλέμμα που δεν βλέπει την μέλλουσα κρίση στο κάθε βήμα του, σε κατάντησαν κινούμενη φαρμακαποθήκη με χέρια κουμπαράδες και πόδια ακρίδας που πασχίζουν να είναι λειτουργικά και να μην διαμελιστούν ξαφνικά. Όλα πια παράγουν πόνο και ο πόνος παράγει φόβο ότι θα πονέσεις και ο φόβος παράγει τον πόνο ότι μια που σου συνέβη μια φορά θα σου ξανασυμβεί κι εσύ αναπαράγεις τον φαύλο κύκλο του «φοβάμαι ότι θα φοβηθώ» με την ευλογία του κάθε θεραπευτή σου που πιστεύει στο χρέος προς τα μνημόνια του πόνου και του φόβου ενώ απωθεί την πίστη προς την έξοδο. Το κεφάλι δεν στέκει πια καλά στον αυχένα, τα χέρια συστρέφονται και σε μουτσώνουν οι παλάμες, τα πόδια κλωτσάνε από μόνα τους, τα χείλη λένε «ναι…όλα καλά…» και τα φρύδια ανασηκώνονται γνέφοντας «όχι!...σκατά είναι όλα…» κι εσύ δεν ξέρεις γιατί φοβάσαι ότι θα φοβηθείς…
photo gianpal333
Αντί να «βγάλεις γλώσσα» δαγκώνεις την γλώσσα σου και την καταπίνεις και νιώθεις ότι πνίγεσαι. Τυλίγεσαι στα μπράτσα σου και φοβάσαι. Θέλεις κάποιον να σε πάει βόλτα, να σε τρέφει, να σου κρατάει το χεράκι και όλο επιστρέφεις στην εμβρυακή ζωή σε μια μήτρα που πια δεν σε χωράει. Ίσως θα έπρεπε να ακούσεις τι μου είπε η τρίχρονη μικρούλα σε ένα σεμινάριο παραμυθοχώρας όταν είπα στα παιδιά:
«Ο πρίγκιπας έχασε τον δρόμο του μέσα στο δάσος και φοβόταν όταν…»
«Κυρία Σώθη;» σηκώνει η μικρή το χεράκι της μπροστά στο ύψος των ματιών μου για να με διακόψει. Έχει κάτι σπουδαίο να μου πει…
«Νήπως, λέω νήπως…τον είχε αιχμαλωτίσει η κακιά μάγισσα;…»
«Ακριβώς! Μικρή μου…αυτήν την αιχμαλωσία απωθούν τα ενήλικα παιδάκια και σαγηνεύονται από τον ίδιο τους τον φόβο αλλά εσείς δεν είσαστε αθώα όπως αυτά. Εσείς ξέρετε να αποφεύγετε τις παγίδες της κακιάς μάγισσας…»
«Κυρία Σώτη;» παίρνει τον λόγο ένας πεντάχρονος που αρθρώνει καλύτερα τις λέξεις του. «Ο πρίγκιπας δεν είναι αθώος…ο βασιλιάς είναι αθώος που σημαίνει ότι δεν είναι έπσυπνος!»

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Η ΜΑΣΚΑΡΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΠΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗΣ

Το καρναβάλι του δυϊσμού έχει ήδη αρχίσει από τον κρυφό πλατωνισμό που διαπνέει τα δίπολα στην δήθεν θεραπεία των ανθρώπων που εκτός από ουδέτερο φύλο έχουν αποκτήσει πια και δυο πόλους σαν να είναι μπαταρίες. Αν έχουν κάποια «υστερική κρίση» ακατανόητη για τις ιερές βίβλους των διαταραχών, αν ξεσπούν σε κλάματα, φτύνουν, βλέπουν «παραισθήσεις» και δεν δέχονται να γίνουν πειραματόζωα που τα διαχειρίζονται με αντικαταθλιπτικά και άλλα ψυχοφάρμακα, τότε έχουν «μανία». Αν κοπάζει η τρικυμία για λίγο μια που θεωρούν ότι οι άλλοι είναι κουφοί και τυφλοί και είναι ανώφελο να χτυπιούνται σαν τα χταπόδια για να δείξουν ότι «κάτι» πάει λάθος στον τρόπο που η καπιταλιστική μανία διαχειρίζεται το σώμα, την ψυχή και το πνεύμα τους για να θρέψει την βαμπιρική αγοραστική της ενόρμηση, τότε έχουν «μελαγχολία». Κλαίνε με ένα βουβό κλάμα που δεν φτάνει ούτε μέχρι τα βλέφαρα. Απλώς υγραίνει τα μάτια που φαίνονται σαν από γυαλί.
«Ύποπτο κι αυτό…» αποφαίνονται οι ειδικοί. Γιατί δεν κλαίει γοερά το θυματάκι, πελατάκι, ώστε να εκτονωθεί και να αποφορτίσει το βάρος που έχει στα σωθικά του; Ξύνουν την ακέφαλη ενόρμηση της κεφαλής τους και κατεβάζουν μια νέα-ιδέα σαν προϊόν προς πώληση: «διπολική διαταραχή!». Ακόμα και στους κόλπους της ψυχανάλυσης βρίσκουμε ψήγματα από αυτή την μασκαράτα. Στον Freud ήδη από το “Δοκίμιο για τον Ναρκισσισμό του 1914” φαίνονται οι δυο βαθμοί αναδίπλωσης της λίμπιντο στην ψύχωση α) σε ένα παραλήρημα μεγαλομανίας που το Εγώ διευρύνεται μέχρι την «άκρη του κόσμου» και β) στην υποχονδρία όπου συρρικνώνεται στις διαστάσεις του πάσχοντος οργάνου και η λίμπιντο υπόκειται σε έλεγχο ή αιωρείται ελεύθερα κάνοντας το υποκείμενο να κατακλεισθεί από αγωνία. Αν δεν είσαστε τόσο πιστοί, δεν καίτε θυμιάματα στα ινδάλματα της ψυχανάλυσης και δεν μασάτε ταραμά, ίσως δείτε ότι κάποιο σφάλμα υπάρχει σ’αυτό το «είτε-είτε» και του Freud. Με ένα απλό ανοργασμικό πήδημα μπορούμε να φτάσουμε στον «οριακό» άνθρωπο που επειδή δεν μας γεμίζει το μάτι γιατί είναι ακατάτακτος ως προς τα δικά μας γούστα, και παραφράζοντας τον Freud, να τον εγκλωβίσουμε στα όρια του λυκόφωτος μιας οριακής διαταραχής. Κάτι που παλαντζάρει στο «ούτε από δω»-«ούτε από κει».
Οι μασκαράδες πια παρελαύνουν συνταγογραφώντας γιατρικά και οι άνθρωποι που έχουν γίνει σκιές του Άδη πέφτουν στα πεζοδρόμια και τσακίζονται από μια ανεξήγητη σκοτοδίνη…
photo gianpal333
«Τι έπαθες κυρά-Λούλα μου;»
«Δεν ξέρω, στα καλά καθούμενα έπεσα κάτω…μια σκοτοδίνη μου’ρθε σαν να κόπηκε το ηλεκτρικό ρεύμα…τι τα θες…ό,τι έχει πει ο Θεός…δεν μπορούμε να πάμε κόντρα στη μοίρα μας…»
Ο Θεός της, που αγνοεί ότι θυσιάζεται σε αυτόν, είναι ένας Βάαλ μεταμφιεσμένος σε κοκτέιλ φαρμάκων συν τα απαραίτητα αντικαταθλιπτικά. Οι παρενέργειες του της τρώνε τη ζωή λίγο λίγο κι εκείνη σταυροκοπιέται και τον υμνεί με ένα χέρι σπασμένο και με μώλωπες στο πρόσωπο. Το πρόσωπό της μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε προσωπείο μασκαρά. Σε μια μόνιμη μάσκα της θλίψης…

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

ΠΟΙΟΣ ΣΑΓΗΝΕΥΕΙ ΠΟΙΟΝ?

Η σαγήνη είναι ένα ατέλειωτο ρεφραίν. Μια σκηνή από το μέλλον σαγηνεύει μια μικρούλα σε παροντικό χρόνο… Άλλωστε το μέλλον είναι πίσω μας, πίσω από την πλάτη μας χωρίς να συγχέεται με την σκιά μας.
Η τρίχρονη μικρούλα στην παραλία βάζει το πλαστικό ποτιστήρι ανάμεσα στα πόδια της με το μακρύ στέλεχος κολλημένο στο βρακάκι της και λέει στη μαμά της:
«Έχω…έχω…έχω…ένα…»
Η φράση μένει μετέωρη και η τροφαντή μαμά ξαναγυρνάει ανακουφισμένη στη θαλπωρή των περιοδικών μόδας και ομορφιάς. Αυτό που δεν είπε θα το βρει μπροστά της αργότερα σε κοριτσίστικο σώμα γυναίκας. Αυτό που δεν αντέχει η μαμά της είναι ακριβώς αυτό που την σαγηνεύει. Και ταυτόχρονα δεν την νοιάζει αν θα γαμηθεί ή όχι. Αρκεί να μην αποσαγηνευτεί… Το κακό σεξ, η σαδιστική σιωπή, το φτύσιμο στο γραμματόσημο που κολλάει έτσι πιο πολύ στη σάρκα του γράμματος, η κοψιά του εραστή, το ύψος του, το όνομά του, παρελαύνουν στις σελίδες του περιοδικού της. Ξαφνικά η μαμά νιώθει υγρή και κατεβάζει το ολόσωμο μαγιό της για να φορέσει μια βαμβακερή κιλότα τριών τετάρτων. Η μικρή σαγηνευμένη και κεραυνοβολημένη από το θέαμα του γυμνού φύλου της μαμάς στο ύψος των ματιών της χαχανίζει σαν νευρόσπαστο. Η μαμά έκπληκτη, μια που δεν κατάλαβε τίποτα απολύτως, ξαναγυρνάει στο περιοδικό της. Είχε μείνει στην παράγραφο που έλεγε «τι να κάνετε για να σας κάτσει ο καλός σας πάνω από πέντε λεπτά σεξ…»
photo gianpal333
Ο Baudrillard αναφέρει ότι το να σαγηνεύεσαι είναι ο καλύτερος τρόπος για να σαγηνεύεις. Όποιος δεν έχει σαγηνευτεί δεν μπορεί να σαγηνεύσει άλλους. Συμφωνώ μαζί του και διακρίνω το όριο μεταξύ σαγήνης και αποπλάνησης. Η σεξουαλική διαφορά είναι μια ρωγμή στη σχισμή του κάθε φύλου. Έτσι το βλέπω εγώ. Αυτό ανιχνεύει και η μικρούλα με το οπτικό της ασυνείδητο και ντρέπεται για την μαμά της. Η τρύπα της σαγήνης μεταπηδάει σε όλο το σώμα και το κάνει διάτρητο ή απλώνει έναν παρθενικό υμένα παντού πάνω του και το κάνει αδιάτρητο. Κάπως έτσι την παθαίνουν, αγόρια και κορίτσια, σε όποια ηλικία και αν είναι, όταν απλά παίζουν με τις τρύπες και οι τρύπες γίνονται μαύρες τρύπες, φαύλοι κύκλοι και ίλιγγοι πανικού.
Το περιοδικό κατρακυλάει ανάμεσα στα μπούτια της μαμάς κι εκείνη πέφτει σένα μικρό λήθαργο. Η μικρή πάει και βάζει το χέρι της ανάμεσα στα φύλλα του περιοδικού και η μαμά ξυπνάει έντρομη νιώθοντας ότι της βάζουν χέρι.
«Φύγε από δω γαμώτο σου! Σκατόπραγμα…»