Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΑΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΑΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

ΖΙΖΕΚ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ “Όλο”-“μη-Όλο

Το λακανικό Πραγματικό δεν είναι εξωτερικό του Συμβολικού αλλά το καθιστά "μη-Όλο" από μέσα. Το ακατανόμαστο είναι εγγενές στο ίδιο το Όνομα. Το πέρασμα από το όριο της ονομασίας είναι το πέρασμα από το εξωτερικό στο εσωτερικό. Μια συστροφή των ενορμήσεων προς τα μέσα. Αν θεωρήσουμε το "μη-Όλο" ως την εικόνα του Τριαδικού Θεού, θα έπρεπε να εξί-σταται και στην εικόνα του ανθρώπου (Αδάμ) ως αρσενικό και ως θηλυκό. Όχι το "Όλο" ως αρσενικό και το "μη-Όλο" ως θηλυκό (τύποι σεξοποίησης: Lacan) που ακολουθεί πιστά και ο Zizek. Εκτός αν η διάκριση του αρσενικού και του θηλυκού μη-Όλου αντανακλά στο ίδιο το υποκείμενο. Τότε η Εύα, η τραβηγμένη από την πλευρά του Αδάμ καθώς εκείνος κοιμόταν, θα ήταν ο vanishing mediator σε σχέση με τον Αδάμ (άνθρωπο).Ο Zizek αναφέρει ότι: “…for Lacan, subject as such is hysterical, it is, at its most basic level, sexed as feminine”1. Αν είναι μόνο το θηλυκό φύλο υποκείμενο του λόγου του τότε το αρσενικό αποκλείεται σε ένα κλειστό τοπολογικό σύνολο με μια εξαίρεση. Στην αρσενική πλευρά, κατά την λακανική ψυχανάλυση, υπάρχει το εξής: α) κάποιο Χ που δεν υπόκειται στο κύριο σημαίνον και β) κάθε Χ υπόκειται στο κύριο σημαίνον. Στην θηλυκή πλευρά υπάρχει το εξής: α) Δεν υπάρχει κάποιο Χ που να εξαιρείται από το κύριο σημαίνον και β) δεν υπόκειται κάθε Χ στο κύριο σημαίνον. Το αδιέξοδο είναι προφανές. Ποιο είναι λοιπόν το simulacrum του καρπού; Είναι η σύγχυση αρσενικού και θηλυκού (κακόκαλο) ως θεϊκή θηλυκότητα με δύο όψεις: α) ως αιώνια επιστροφή του ομοιώματος της θεάς Γαίας σε ένα κήπο της Εδέμ και β) ως όψη Μέδουσας που αποπνέει μια πετρωμένη ανησυχία. Είναι η αίσθηση ότι δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το καλό από το κακό της ολικής γνώσης γιατί όλα φαντάζουν «ως Καλό» σε ένα απέθαντο αιώνιο παρόν που εικονίζει το «ως Θεοί».
Ο Lacan αναφέρει:"…the word strives to reduce the woman to subjection, namely, to make of her something from which one expects signs of intelligence, if I can put it this way. But naturally, we are not dealing with any real being here, to say the word, the woman on this occasion, as this text is designed to prove, the woman, I mean the woman in herself, the woman as if one could say all the women-the woman-I insist, who does not exist-is precisely the letter. The letter, in so far as she is the signifier that there is no Other"2. Στην περίπτωση της Θεοτόκου πάντως η Παρθένος δεν είναι το γράμμα. Είναι ο αποδέκτης της επιστολής του Αρχαγγέλου και το παράδοξο του μυστηρίου που εκτυλίσσεται είναι ότι καλείται όχι μόνο να την διαβάσει αλλά να ενσαρκώσει και τον Λόγο της. Η Ενσάρκωση του Λόγου του Θεού και η ενσάρκωση του λόγου του υποκειμένου του ασυνειδήτου σε μια πράξη του λόγου, είναι ένα Συμβάν και για το αρσενικό όπως και για το θηλυκό φύλο. Είναι το “αληθινό-Συμβάν”. O Zizek αναγνωρίζει ότι σε ένα αληθινό Συμβάν, το κενό της ενόρμησης θανάτου, της ριζικής αρνητικότητας, του χάσματος στην τάξη του Είναι συνεχίζει να αντηχεί. Δεν αναγνωρίζει όμως το παράδοξο του ενσαρκωμένου “αληθινού-Συμβάντος” και πέφτει στην διαλεκτική του αναδίπλωση. Ακόμη και η ενόρμηση πηγάζει από τις ενορμητικές οπές του σώματος. Υπάρχει ακέφαλη ενόρμηση θανάτου αλλά δεν θα συναντήσουμε ασώματη ενόρμηση. Η ακέφαλη ενόρμηση θανάτου σε ωθεί να μην αφήσεις ίχνη. Άλλωστε υπάρχει ενόρμηση θανάτου που δίνει ζωή και ενόρμηση θανάτου που είναι θανατηφόρα και οδηγεί στο απέθαντο των ζωντανών-νεκρών.
Το “αληθινό-Συμβάν” δεν είναι ένα ακόμη σωματοσυμβάν της τάξεως του συμπτώματος που καμπυλώνει απλώς τον χώρο του Είναι. Ούτε συμπίπτει με την εγγραφή του στην τάξη του Είναι ως μια απλή τομή, ένα χάσμα, και τίποτα περισσότερο. Καθησυχάζουμε το «Τίποτα» της αγωνίας μας με αυτή την καμπύλη που δεν καμπυλώνει τον χώρο αλλά είναι απλώς το επιτέλεσμα της καμπυλότητάς του. Δεν ξεφεύγουμε από την πολλαπλότητα της οντολογικής μας ύπαρξης μόνο με το οντολογικό χάσμα που διαχωρίζει το Ένα από τον εαυτό του. Υπολείπεται κάτι ακόμα. Η ελευθερία του υποκειμένου του ασυνειδήτου ως αναδρομική πράξη του λόγου του. Δεν μπορεί όμως να ιδωθεί καμιά πράξη του λόγου που να συνιστά διέλευση της φαντασίωσης όταν κι αυτή, κατά τον Zizek, είναι μια κωμικοτραγική απόλαυση του ίδιου του συνθώματος: “First, Lacans mature theory (part of which is the notion of sinthom) is not tragic but comic; it involves a shift from the tragedy of desire to the comedy of drive: “in traversing the fantasy”, one learns to enjoy ones sinthom3. Πως θα συμβεί λοιπόν η έξοδος στην έρημο του Πραγματικού ή στην Γη της Επαγγελίας όταν η μόνη έξοδος είναι η ψευδαίσθηση της απόλαυσης του συμπτώματος (συμβιβάσου με το σύμπτωμά σου!) ή του συνθώματος;
Όταν τα πάντα έχουν ήδη συμβεί βρισκόμαστε μπροστά στο τέλειο έγκλημα το οποίο δεν αφήνει ίχνη Συμβάντος. Στη διαφάνεια του κακού, η διαφάνεια είναι το κακό4. Το «πάντα» είναι ήδη εδώ. Έχει ήδη συμβεί όπως και το «τίποτα». Ο τόπος του εγκλήματος είναι οι επιπτώσεις του simulacrum που ξεδιπλώνονται στην ίδια την υλικότητα του σημαίνοντος. Η εικόνα του ομοιώματος δεν μπορεί να εικονίσει το Πραγματικό γιατί είναι η ίδια η εικόνα του το Πραγματικό. Το τέλειο έγκλημα είναι η σύγχυση Φαντασιακού και Συμβολικού σε μια αδιαίρετη ισοδυναμία. Δολοφονείται η πραγματικότητα και εξαφανίζεται το ίδιο το Πραγματικό που δεν παύει όμως να επανέρχεται διαρκώς στην ίδια θέση. Ποιος το σκότωσε; Δεν υπάρχουν ούτε κίνητρα ούτε δράστες. Μόνο δράσεις. Το σώμα του Πραγματικού δεν βρέθηκε ποτέ. Το μόνο ζωντανό ίχνος του είναι «η αγωνία για το τίποτα» που φέρει το όνομα του υποκειμένου του ασυνειδήτου. Το υποκείμενο καθώς ακροζυγιάζεται στον ίλιγγο του κενού του και φέρει το ζωντανό ίχνος του «Τίποτα» ως σημάδι του Κάιν στο μέτωπό του, είναι πολύ κοντά στο να διαπράξει ή ήδη διέπραξε το τέλειο έγκλημα: «να μην πει τίποτα για τον θάνατο του Θεού στην χώρα του simulacrum».
Το τέλειο έγκλημα που δεν αφήνει ίχνη είναι το ομοίωμα του Καλού. Το ιδεώδες μοντέλο του αδιαίρετου και αδιαφοροποίητου (ως Θεοί) από το οποίο όλα τα αρνητικά ίχνη έχουν ελαχιστοποιηθεί. Αυτό μπορεί να ονομασθεί ως «Όλο». Κατά αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος ψάχνει να κατασκευάσει το απέθαντο διπλό του. Να βρει καταφύγιο σε μια αναδιπλασιασμένη «μήτρα-καταφύγιο». Η διαστροφική απόλαυση αναπαράγει μια θηλυκή μασκαράτα της ύπαρξης που καταναλώνει το αντικείμενο «ως Θεοί» αφού πρώτα καταναλώσει την Ιδέα της σχέσης αντικειμένου. Η προσομοίωση του «πιο Θεοί από τους Θεούς» υπερδιπλασιάζει την ομοίωση ενώ ταυτόχρονα την καταργεί συρρικνώνοντας τον χρόνο στην στιγμή της ψευδαισθησιακής απόλαυσης του «Τώρα!». Ο πραγματικός χρόνος όμως είναι του μη τετελεσμένου μέλλοντα της εβραϊκής γραμματικής. Θραύσματα λέξεων από το παρελθόν σωριάζονται μπροστά μας ενώ το μέλλον έρχεται από πίσω μας.
«Υπάρχει ένας πίνακας του Κλέε που ονομάζεται Angelus novus. Απεικονίζει έναν άγγελο που μοιάζει έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι στο οποίο έχει προσηλωμένο το βλέμμα. Τα μάτια του είναι γουρλωμένα, έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό, τα φτερά του είναι απλωμένα. Έτσι πρέπει να μοιάζει ο άγγελος της ιστορίας. Έχει το πρόσωπο στραμμένο προς το παρελθόν. Ό,τι σε εμάς εμφανίζεται ως αλυσίδα συμβάντων αυτός το βλέπει ως μια μοναδική καταστροφή που σωρεύει ακατάπαυστα ερείπια επί ερειπίων και του τα ρίχνει στα πόδια. Ο άγγελος θα ήθελε να σταθεί, να αναστήσει τους νεκρούς και να επανενώσει τα συντρίμμια αλλά μια καταιγίδα φυσά από τον Παράδεισο, που έχει παγιδευτεί στα φτερά του, και είναι τόσο ισχυρή που ο άγγελος δεν μπορεί πια να τα κλείσει. Η καταιγίδα τον σπρώχνει ασυγκράτητα στο μέλλον, στο οποίο έχει στραμμένα τα νώτα, ενώ μπροστά του ο σωρός των ερειπίων μεγαλώνει ως τον ουρανό. Ό,τι ονομάζουμε «πρόοδο» είναι αυτή ακριβώς η καταιγίδα»5.
1 Slavoj Zizek and John Milbank, the Monstrosity of Christ, Paradox or Dialectic? (London: Edited by Creston Davis, 2009) p.245.

2 Jacque Lacan, Seminar XVIII, on a discourse that might not be a semblance (Translated by Cormac Gallagher from unedited French manuscripts, 17 March 1971) p.127.

3 Ibid., p.245.

4 Jean Baudrillard, The Perfect Crime, Translated by Chris Turner (London: Verso, 1996) p.1.

5 Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για την έννοια της ιστορίας, Ο Πολίτης 43 (21 Νοεμβρίου 1997) σ. 32-39.


photo gianpal333


Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Ο ZiZek στη χώρα του simulacrum (1)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Πως μπορεί να διαφύγει ακόμη και ο ZiZek, η πιο σημαντική μορφή της λακανικής ψυχανάλυσης μετά τον Lacan, από την πιο παλιά παγίδα της Προτεσταντικής Ηθικής που σαγηνεύει με τα δίχτυα του δυϊσμού; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Μπρος το «Όλο» του Lacan και πίσω το «μη-Όλο» που μεταφράζεται ως «Τίποτα» μια που λείπει η διαμεσολάβηση του ενσαρκωμένου Λόγου που θα έκανε μια ριζική διαφορά στην τοπολογία του Φαντασιακού-Συμβολικού-Πραγματικού.
Ο ZiZek ισχυρίζεται ότι: «το Άγιο Πνεύμα είναι η κοινότητα των πιστών» και «ο αθεϊστικός Χριστιανισμός είναι ο αληθινός Χριστιανισμός». Το Πνεύμα δεν είναι η νεοπλατωνική Ιδέα. Αν δεν ενσαρκωθεί στον λόγο του υποκειμένου δεν θα υπάρχει ούτε καν στην μνημονική εικόνα του σώματός του. Κάπου ανάμεσα στην χεγκελιανή οπτική και στην λακανική ψυχανάλυση χάνεται το παράδοξο της Ενσάρκωσης. Το σώμα του Λόγου αποσυνδέεται σε απενσαρκωμένα ιπτάμενα όργανα χωρίς διαμεσολάβηση ή γίνεται το σύγχρονο discourse των ανθρωπόμορφων αντικειμένων. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει το ''vanishing mediator'' του ZiZek, είναι πράγματι η φροϋδική ενόρμηση θανάτου; Επιπλέον το «'Ένα» και «η πολλαπλότητα του Ενός» της νεοπλατωνικής Ιδέας συναντιούνται στη χώρα του simulacrum με την αινιγματική λακανική φράση: «Η Γυναίκα δεν υπάρχει» και με την κρυψώνα του λακανικού αντικειμένου μικρού α (objet a), ως αντικείμενο της ενόρμησης και ως αντικείμενο-αίτιο της επιθυμίας, στην κούφια κοιλιά ενός αρχαιοελληνικού αγάλματος.
Σε αυτές τις υπόγειες διαδρομές θα ανιχνεύσουμε τον τόπο του σφάλματος στην κατά τα άλλα εύστοχη τρισδιάστατη οπτική του βλέμματος του ZiZek.


Ο Zizek ισχυρίζεται: "God"(the divine) is a name for that which in man is not human, for the inhuman core that sustains being-human"1. Αν είναι αυτό το « Όνομα του Θεού», δηλαδή το τερατώδες, απάνθρωπο ή μη-ανθρώπινο μέσα στον ίδιο τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης τότε προφανώς δεν αναφερόμαστε σε κανένα Θεό. Αυτή η αναφορά μας παραπέμπει στα λακανικά «Ονόματα-του-Πατρός», στον πατροδιαστροφικό Πατέρα της απόλαυσης, στον μεγάλο Άλλο μέσα στον μεγάλο Άλλο, στον Άλλο του Άλλου, στον Πραγματικό Άλλο, σε μια μεταγλώσσα μεταφυσικής πνευματικότητας και τελικά στο ίδιο το Πράγμα (das ding). Επιπλέον ο Υπερεγωτικός νόμος που επιβάλλει την διαστροφική απόλαυση μπορεί να είναι ο πιο τραυματικός αλλά δεν είναι ο νόμος του Λόγου (Θεός). Είναι εσφαλμένη η αντίληψη του Θεού του χριστιανισμού ως εκείνου ο οποίος διαιρείται εντός του σε ένα Θεό της αγάπης, πράο και γαλήνιο και σε ένα Θεό εξοργισμένο που ενσαρκώνει το Υπερεγώ2. Η σύνθεση των αντιθέτων σε μια θεϊκή ενότητα Πράγματος, που εμπεριέχει τις αντιφάσεις του, ενσαρκώνει μόνο τον τρόμο ενός παγανιστικού Θεού ο οποίος σπέρνει τον πανικό.
Αν επεκτείνουμε την διαίρεση εντός του σημαίνοντος «Θεός» σε καλό και κακό Θεό, τότε η σύνθεση των αντιθέτων που θα προκύψει θα μας φέρει αντιμέτωπους με τον «καλόκακο» καρπό της ολικής γνώσης στον κήπο της Εδέμ. Δεν υπάρχει ανταλλαγή ανάμεσα στην εργασία (κήπος της Εδέμ) και στο Κεφάλαιο (Θεός). Στην σύγχρονη καπιταλιστική Εδέμ ο άνθρωπος (Αδάμ) πουλάει το ίδιο του το δέρμα (το λεκτικό του περίβλημα) στην αγορά των αντικειμένων που ο ίδιος ονόμασε με διαφημιστικές ετικέτες. Όταν ο Θεός τραπεζίτης δίνει πίστωση ζωής στον εκλεκτό του δεν αναμένει ότι θα την εξοφλήσει με την δωρεά της Θείας Χάριτος. Ένα τέτοιο ηθικό χρέος στο «να σωθεί» είναι μέσο ελέγχου και κυριαρχίας. Ο Θεός δεν θα είναι πια Θεός αλλά ένα μερικό αντικείμενο της ενόρμησης υπερυψωμένο σε ανέγγιχτα ύψη και ταυτόχρονα ένα εργαλείο απόλαυσης. Ένα καθαρό ομοίωμα, το οποίο επαναλαμβάνει την αντίθεση νόμου και παράβασης του Νόμου μέσα στον ίδιο τον Νόμο που εικονίζει τον Ίδιο, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ανακυκλώνει μια επιπλέον παράδοξη σύγχυση του συμβάντος με το μέσον. Το επακόλουθο συμπέρασμα μιας τέτοιας διαλεκτικής δεν είναι: «θέση-αντίθεση-σύνθεση» αλλά «θέση-αντίθεση-σύγχυση» γιατί στην Εδέμ η σχέση των τριών «άντρας-γυναίκα-καρπός» οδηγεί την Εύα να αποδώσει τον καρπό στον Αδάμ με μονοσήμαντα παραγγέλματα και όχι να άρει μια αντίθεση. Η απάρνηση της ίδιας της υποκειμενικής σχέσης και η μετατόπισή της στο παρανοϊκό πεδίο της ολικής γνώσης του καρπού είναι ένα έγκλημα που γίνεται για κάποιον Άλλο.
Απορροφώντας ακόμη και την άρνηση («Δεν θα φας τον Άλλο», ως ο νόμος του Λόγου στον κήπο της Εδέμ) ο χειραγωγούμενος σκλάβος, ο κλωνοποιημένος κατ’εικόνα του master του, ενσωματώνει τον master του, εμπεριέχοντας το αντικείμενο-Θεός, ενώ τον απαρνείται. Το Όνομα του Θεού αποκτά κατά αυτόν τον τρόπο μια φαλλική αξία που καταναλώνεται εντός του ίδιου του πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αντιθετική λογική μιας διαλεκτικής του ανθρώπινου και μη-ανθρώπινου, που στηρίζει το ανθρώπινο, μας ανοίγει διάπλατα τις πύλες της απάρνησης του Θεανθρώπινου. Καθώς ο άνθρωπος δεν μπορεί να μεταβολίσει το μη-ανθρώπινο αντικείμενο εντός του, καταβροχθίζεται από αυτή την ενσωματούμενη Ετερότητα στον σκληρό πυρήνα της ύπαρξής του και γίνεται συνεργός και συνένοχος του θανάτου του Θεού. Ο νεκρός Θεός δεν υπόκειται στον συμβολικό ευνουχισμό. Μπορεί κάλλιστα να ίπταται σαν φασματική παρουσία και να στοιχειώνει τον χωροχρόνο μας. Αφού ο Θεός αποδιαφοροποιείται εντός του ανθρώπου, επακολουθεί ο διαμελισμός του ανθρώπου σε οπτικά signs και simulacra. Η οπτική του αντίληψη της πραγματικότητας γίνεται τρόμος και φόβος της απογύμνωσής του. Δεν έχει πια λεκτικό περίβλημα για να προστατευτεί από τον Θεό-Υπερεγώ που απαιτεί θυσίες καιόμενης σάρκας ως θυμίαμα ενώπιον Του. Τρώει λοιπόν την άρνηση (δεν θα φας τον Άλλο) μαζί με τη διαφορά του (Εγώ δεν είμαι Εσύ) και περνάει από την «ηθελημένη» σκλαβιά στην αθέλητη συνενοχή…
1 Slavoj Zizek and John Milbank , The Monstrosity of Christ (London: Edited by Creston Davis,2009) p.240.

2 Slavoj Zizek, For they know not what they do, Enjoyment as a political factor (Verso: London, 2002) p.30.
photo gianpal333