Συνολικές προβολές σελίδας

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Μαΐου 2018

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΚΟΛΛΗΤΗΣ


Μια έφηβη που νιώθει κάτι σαν πόνο που μετατοπίζεται από τον αυχένα στο στήθος και κατεβαίνει προς την κοιλιά για να της χαλάσει εντελώς την διάθεση πάσχει από το σύνδρομο της κολλητής. Η κολλητή της γίνεται βδέλλα, βαμπίρ και της ρουφάει την κάθε στιγμή που χρειάζεται ενέργεια για να είναι ο εαυτός της.

«Τι κάνεις σήμερα; Τι θα κάνεις μετά, τι θα κάνεις το σαββατοκύριακο, πότε θα κανονίσουμε να βγούμε, γιατί μίλησες στην τάδε και στον τάδε, κάτσε μαζί μου στο θρανίο, γιατί δεν ανέβασες βιντεάκι με τα γενέθλια μου…»

Τα ερωτήματα διαδέχονται το ένα το άλλο και τα παράπονα δεν έχουν τελειωμό. Πρέπει να την ευχαριστήσει, να της προσφέρει τον εαυτό της για να σταματήσει την κλάψα αλλά τότε δεν θα είναι πια αυτή! Όταν πρέπει να προσφερθείς στο πιάτο για να σε αγαπήσουν έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση προς την συρρίκνωσή σου. Έχει αρχίσει η άρνηση που διαιωνίζει την άρνηση  «δεν με αγαπάει κανείς…», «δεν θα με αγαπήσει κανείς…» που της τρώει το μυαλό και την καρδιά. Δεν μπορεί  να  πει «όχι!» γιατί δεν θα είναι το καλό κορίτσι που δεν πληγώνει ποτέ τους άλλους όπως την έμαθαν να είναι αλλά ούτε μπορεί να πει «ναι». Φοράει ένα γλυκό χαμόγελο απελπισίας και σταυρώνει τα χέρια της αμήχανα στους μηρούς της.

«Θα με πας μέχρι το σπίτι μου;»

Το σπίτι της κολλητής απέχει δυο λεπτά από το σχολείο αλλά πρέπει να την πάει. Αυτά τα «πρέπει» να θυσιαστείς για να σε αγαπούν, να μην μείνεις μόνη σου, να έχεις κολλητές κτλ, την αγχώνουν υπερβολικά. Αφού δεν μπορεί να πει «όχι!» και να μην δεθεί με χίλιες ενοχές που την δηλητηριάζουν σαν φίδια επινοεί δικαιολογίες που την κάνουν χάλια «έχω μαθήματα, φροντιστήριο, δεν με αφήνουν οι γονείς μου…» και επιμηκύνουν την σκλαβιά της στον βωμό του Άλλου. Πίσω από την κολλητή κρύβεται το αγόρι που δεν έχει και το φαντασιώνεται σαν ένα δίδυμο του μπαμπά της, κρύβεται η μαμά της που μοιάζει σε όλα με την κολλητή της και κρύβεται και η ίδια πότε σαν μαμά και πότε σαν παιδάκι που εκτελεί εντολές της κολλητής. Το μπέρδεμα την ακινητοποιεί. Δεν διαβάζει, δεν παίρνει καλούς βαθμούς και οι γονείς ανησυχούν που το παιδάκι τους δεν είναι ένας τέλειος μηχανισμός που δρα για να αποφέρει οφέλη για το μέλλον του. Τα ρίχνουν στην εφηβεία… Χρονοδιαγράμματα δράσεων, λίστες καθηκόντων και κάποια επιβράβευση με ζαχαρωτά σαν τα ζωάκια στα τσίρκο μπαίνουν αμέσως σε λειτουργία πτήσης. Το κοριτσάκι αγχώνεται ακόμη πιο πολύ. Τώρα όλα είναι σκατά και η ζωή της της διαφεύγει μέσα από τα χέρια της. Δεν ακούει κανείς. Δεν βλέπει κανείς. Τώρα πράγματι είναι τελείως μόνη. Η άγρια σκέψη «όλα σκατά…» κάνει μια γύρα στις εφαρμογές στο διαδίκτυο και στέλνει μηνύματα sos αλλά την έχουν γραμμένη κανονικά. Τότε έρχεται ένα ψιλόβροχο από κάτι μαβιά σύννεφα και ψιχαλίζει μέσα της κάτι υγρά δάκρυα που δεν κλαίνε, δεν ξεχειλίζουν, δεν γδέρνουν τον λαιμό σαν αναφιλητά αλλά πάνε και λιμνάζουν στα μάτια και τα κάνουν πολύ θαμπά σαν να έχει υψηλό πυρετό. Ό,τι βλέπει και ακούει της φέρνει σύγχυση εικονικού και πραγματικού στην καθημερινότητά της «τώρα πράγματι το είδα ή το φαντάστηκα;» και την απομακρύνει μίλια μακριά από μια δική της ματιά και οπτική γωνία. Την λύση την δίνει ένα σύμπτωμα εκζέματος στα χέρια της. Τρέχουν αίμα σαν να την έχουν σταυρώσει με αόρατα καρφιά στις παλάμες. Από κρέμα σε κρέμα, από γάντια μιας χρήσης μέχρι γάντια φαρμακευτικά κατέληξε να μην μπορεί ούτε να πλυθεί. Ακόμη και το τρεχούμενο νερό της άνοιγε πληγές που έτρεχαν αίμα. Τα χέρια δεν υπήρχαν πια. Επανεμφανίστηκαν φρέσκα και δροσερά χωρίς αίματα όταν μέσα από τη ανάλυσή της βρήκε την πηγή του αίματος «όταν ήμουν στο νηπιαγωγείο η κολλητή μου ήθελε να την κρατάω χέρι με χέρι…».
photo gianpal333

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

ΥΠΟΒΟΛΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΨΗ


Ο Lacan συνήθιζε να λέει ότι δεν παύει να εγγράφεται το Πραγματικό. Εγώ θα σας έλεγα ότι δεν παύει να εγγράφεται το έγκλημα της υποβολής και της πρόβλεψης. Εκτός αν το μόνο Πραγματικό είναι το Έγκλημα, οπότε θα συμφωνούσα με τον Lacan, αλλά δεν νομίζω ότι το προσέγγιζε όπως εγώ. Όταν εγγράφεις το ίδιο στο ίδιο, την υποβολή στην ύπνωση και την ύπνωση στην υποβολή, είναι σαν να ράβεις διαρκώς ένα κουμπί με διαφορετικού χρώματος κλωστές. Δεν αλλάζει το κουμπί. Ούτε φεύγει από τη θέση του. Ούτε υπάρχει κανένας λόγος να το σταθεροποιείς στη θέση του μια που δεν έχει καμία πρόθεση να φύγει από εκεί που το έραψαν. Εκτός αν φοβάσαι την επιθυμία του κουμπιού να βρει το «κουμπί» σου και να την κάνει…Οι κλωστές που το συνθέτουν ως βιομηχανικό προϊόν είναι: η παραγωγή διαταραχών, η αναπαραγωγή τους, η διάθεση στην αγορά νέων συμπτωμάτων και η διακίνηση και η κατανάλωση του ίδιου σετ ασθενών παρέα με νέας κοπής σημαίνοντα που τους φακελώνουν. Ένα υφαντό δίκτυο simulacra με κομμάτια ύφανσης (data) που καταλήγουν να είναι προγραμματισμένα σε «menu» λεκτικό, συντακτικό, γλωσσολογικό και νεκρό τυλίγει τους ανθρώπους σαν σάβανο.
Θα σας πω από την κλινική μου εμπειρία ότι η υποβολή δεν είναι τόσο απλή όσο νομίζετε. Υπάρχει υποβολή της προσποιητής καλοσύνης και ευγένειας που ξεκινάει από το σπίτι, το σχολείο και έχει ξεκάνει πολλά κορίτσια κάνοντάς τα «κοριτσάκια» που ζητούν συγγνώμη που αναπνέουν, που πιστεύουν ότι φταίνε για όλα και που κάθονται σε όλους μια που δεν ξέρουν να πουν το «όχι» και αργότερα γίνονται μέγαιρες. Υπάρχει υποβολή με δωροδοκία ( λεφτά, βαθμοί, αξιολογήσεις, στατιστικές, απόδοση σε νούμερα) «αν καείς…θα πάρεις αυτό που θες…» που συρρικνώνει πολλά αγόρια σε αδύναμα «αγοράκια» με υπαλληλικές σχέσεις όπου σκύβουν το κεφάλι σε κάθε πατρικού τύπου εξουσία στην δουλειά τους ή στο σπίτι τους.  Συνήθως ο υπνωτισμένος θάβει «το κακό» που του συμβαίνει ή το ερμηνεύει θετικά μέχρι να έρθει ένα γερό σύμπτωμα και να τον κολλήσει στον τοίχο. Τότε «τα χάνει» και είναι η σειρά της Πρόβλεψης να χαρεί για τα νέα πελατάκια της.
«Στα’λεγα!...»
photo gianpal333

Η παλιά Πρόβλεψη (δεισιδαιμονίες, μαντείες, χρησμοί κτλ) μεταλλάχθηκε στην γνωστή σας Πρόληψη υγείας, γι’αυτό είναι τόσο δελεαστική. Τόσο απλά κλείνεις τα μάτια στην θρησκεία και στον παγανισμό για να στα ξανασερβίρουν ως Επιστήμη. Δεν αργεί να  φτάσει και το ιδανικό μοντέλο ζωής, οι τέλειες αναλογίες και η αισθητική απόλαυση του Υψηλού, του Αγαθού και του Ωραίου με την μορφή του Πράγματος (das ding) και της αναπαράστασής του. Το μόνο που κάνεις τότε είναι να προσπαθείς να θυμηθείς ωραίες στιγμές και να τις επιμηκύνεις στο άπειρο. Μόνο που αυτό δεν είναι έξοδος στη ζωή αλλά είσοδος στην Κόλαση…

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥ «ΚΑΝΩ ΣΑΝ»

Μια πανοπτική γνώση υπάρχει αντί για σένα. Σε κατατάσσει, σε κόβει, σε ράβει, διεισδύει μέσα σου, εξιχνιάζει και το παραμικρό πάνω σου και αντί να εμφανίζεσαι ως άνθρωπος στο Πραγματικό, εξοντώνεσαι σαν πραγματικό αντικείμενο στο Πραγματικό και από εσένα μένει μόνο η εικόνα σου κάπου ποσταρισμένη για να δείχνει ό,τι κάποτε υπήρξες σαν εικόνα. Ή γίνεσαι αρχαιολογικό υλικό, απολίθωμα, ένας σωρός από πέτρα, ξύλο, μέταλλο, που κάποτε ήταν άγαλμα στην είσοδο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου και προσποιούνταν τον ακίνητο, αγέλαστο και υπάκουο άνθρωπο. Ακόμη και τα θραύσματά σου στο πουθενά δεν αγγίζουν το πιο Πραγματικό από όλα.
Εσένα… 
 
photo gianpal333
Το θέμα της παρουσίας σου και της απουσίας σου ως υποκείμενο της επιθυμίας, του λόγου σου, της ίδιας σου της σάρκας και των οστών σου μένει εντελώς ανέγγιχτο ενώ σε απογράφουν, σε πάνε σε στρατόπεδα εργασίας, διασκέδασης, αναπαραγωγής, για να κρύψουν ότι ήδη έχει προηγηθεί ο θάλαμος αερίων… Πνίγεσαι με το ίδιο σου το σάλιο. Όλα φαντάζουν αληθινά και επιστημονικά. Σε πηγαίνουν από αλήθεια σε αλήθεια και τελικά όλο και πιο πολύ βυθίζεσαι στην ψευδαίσθηση. Αν μέσα σ’αυτήν την δήθεν επιστημονική αλήθεια εστιάσεις σε κάτι που την υπερβαίνει σε περνάνε για τρελό ενώ είσαι ο μόνος λογικός που το είδες. Είδες το Φίδι της Εδέμ να «κάνει σαν» να είναι ο ίδιος ο Θεός. Σκέτο τεράστιο κεφάλι, κούφιο αλλά γεμάτο με γνώση τύπου ολικής διείσδυσης, χωρίς σώμα και με απόληξη μιας ουράς που την χώνει παντού…Σου κόβει τον συνειρμό, απορρίπτει κάθε μεταφυσικό, υπερφυσικό, κάθε ακατάληπτο για αυτή την γνώση, διαγράφει ό,τι υπερβαίνει τα κουτάκια της ταξινόμησής της και τα κάνει όλα μηχανιστικά και μηχανορραφίες. Στην ουσία εξοντώνει την ίδια την γνώση και την σκέψη ενώ «κάνει σαν» να σου τις δίνει απλόχερα για κοινή χρήση. Δεν αντέχεις άλλο να παίρνεις και να δίνεις λογαριασμούς χωρίς να υπάρχεις αλλά προηγείται το να είσαι λειτουργικός.
Πάει περίπατο η μάγισσα και το σκουπόξυλό της αλλά στη θέση της έχεις χερούλια στα ντουλάπια σου που αστράφτουν από καθαριότητα. Χερούλια καθαρά-απορρυπαντικά-λάμψη που διαρκεί. Μέχρι εκεί μπορείς να σκεφτείς. Και πάλι από την αρχή. Να πας να αγοράσεις και να καθαρίσεις για να ξαναδείς αυτή την λάμψη στα χερούλια.
Μέχρι εκεί…
Το τρίπτυχο της συμφοράς δεν μπορείς να το σκεφτείς. Τουλάχιστον με την μάγισσα και το σκουπόξυλο θα είχες κάτι για να αναρωτηθείς…Η εξόντωση των μαγισσών στις μέρες μας έχει και άλλη επίπτωση. Όνειρα, επιθυμίες, πηγές, ροές, εξοντώνονται κι αυτά. Η θρησκεία του «κάνω σαν» γαμάει και δέρνει τους πιστούς της. Τους κάνει μινιατούρες και τους αφήνει να ψευτοζούν σε μακέτες πόλεων.

Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

ΖΙΖΕΚ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ “Όλο”-“μη-Όλο

Το λακανικό Πραγματικό δεν είναι εξωτερικό του Συμβολικού αλλά το καθιστά "μη-Όλο" από μέσα. Το ακατανόμαστο είναι εγγενές στο ίδιο το Όνομα. Το πέρασμα από το όριο της ονομασίας είναι το πέρασμα από το εξωτερικό στο εσωτερικό. Μια συστροφή των ενορμήσεων προς τα μέσα. Αν θεωρήσουμε το "μη-Όλο" ως την εικόνα του Τριαδικού Θεού, θα έπρεπε να εξί-σταται και στην εικόνα του ανθρώπου (Αδάμ) ως αρσενικό και ως θηλυκό. Όχι το "Όλο" ως αρσενικό και το "μη-Όλο" ως θηλυκό (τύποι σεξοποίησης: Lacan) που ακολουθεί πιστά και ο Zizek. Εκτός αν η διάκριση του αρσενικού και του θηλυκού μη-Όλου αντανακλά στο ίδιο το υποκείμενο. Τότε η Εύα, η τραβηγμένη από την πλευρά του Αδάμ καθώς εκείνος κοιμόταν, θα ήταν ο vanishing mediator σε σχέση με τον Αδάμ (άνθρωπο).Ο Zizek αναφέρει ότι: “…for Lacan, subject as such is hysterical, it is, at its most basic level, sexed as feminine”1. Αν είναι μόνο το θηλυκό φύλο υποκείμενο του λόγου του τότε το αρσενικό αποκλείεται σε ένα κλειστό τοπολογικό σύνολο με μια εξαίρεση. Στην αρσενική πλευρά, κατά την λακανική ψυχανάλυση, υπάρχει το εξής: α) κάποιο Χ που δεν υπόκειται στο κύριο σημαίνον και β) κάθε Χ υπόκειται στο κύριο σημαίνον. Στην θηλυκή πλευρά υπάρχει το εξής: α) Δεν υπάρχει κάποιο Χ που να εξαιρείται από το κύριο σημαίνον και β) δεν υπόκειται κάθε Χ στο κύριο σημαίνον. Το αδιέξοδο είναι προφανές. Ποιο είναι λοιπόν το simulacrum του καρπού; Είναι η σύγχυση αρσενικού και θηλυκού (κακόκαλο) ως θεϊκή θηλυκότητα με δύο όψεις: α) ως αιώνια επιστροφή του ομοιώματος της θεάς Γαίας σε ένα κήπο της Εδέμ και β) ως όψη Μέδουσας που αποπνέει μια πετρωμένη ανησυχία. Είναι η αίσθηση ότι δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το καλό από το κακό της ολικής γνώσης γιατί όλα φαντάζουν «ως Καλό» σε ένα απέθαντο αιώνιο παρόν που εικονίζει το «ως Θεοί».
Ο Lacan αναφέρει:"…the word strives to reduce the woman to subjection, namely, to make of her something from which one expects signs of intelligence, if I can put it this way. But naturally, we are not dealing with any real being here, to say the word, the woman on this occasion, as this text is designed to prove, the woman, I mean the woman in herself, the woman as if one could say all the women-the woman-I insist, who does not exist-is precisely the letter. The letter, in so far as she is the signifier that there is no Other"2. Στην περίπτωση της Θεοτόκου πάντως η Παρθένος δεν είναι το γράμμα. Είναι ο αποδέκτης της επιστολής του Αρχαγγέλου και το παράδοξο του μυστηρίου που εκτυλίσσεται είναι ότι καλείται όχι μόνο να την διαβάσει αλλά να ενσαρκώσει και τον Λόγο της. Η Ενσάρκωση του Λόγου του Θεού και η ενσάρκωση του λόγου του υποκειμένου του ασυνειδήτου σε μια πράξη του λόγου, είναι ένα Συμβάν και για το αρσενικό όπως και για το θηλυκό φύλο. Είναι το “αληθινό-Συμβάν”. O Zizek αναγνωρίζει ότι σε ένα αληθινό Συμβάν, το κενό της ενόρμησης θανάτου, της ριζικής αρνητικότητας, του χάσματος στην τάξη του Είναι συνεχίζει να αντηχεί. Δεν αναγνωρίζει όμως το παράδοξο του ενσαρκωμένου “αληθινού-Συμβάντος” και πέφτει στην διαλεκτική του αναδίπλωση. Ακόμη και η ενόρμηση πηγάζει από τις ενορμητικές οπές του σώματος. Υπάρχει ακέφαλη ενόρμηση θανάτου αλλά δεν θα συναντήσουμε ασώματη ενόρμηση. Η ακέφαλη ενόρμηση θανάτου σε ωθεί να μην αφήσεις ίχνη. Άλλωστε υπάρχει ενόρμηση θανάτου που δίνει ζωή και ενόρμηση θανάτου που είναι θανατηφόρα και οδηγεί στο απέθαντο των ζωντανών-νεκρών.
Το “αληθινό-Συμβάν” δεν είναι ένα ακόμη σωματοσυμβάν της τάξεως του συμπτώματος που καμπυλώνει απλώς τον χώρο του Είναι. Ούτε συμπίπτει με την εγγραφή του στην τάξη του Είναι ως μια απλή τομή, ένα χάσμα, και τίποτα περισσότερο. Καθησυχάζουμε το «Τίποτα» της αγωνίας μας με αυτή την καμπύλη που δεν καμπυλώνει τον χώρο αλλά είναι απλώς το επιτέλεσμα της καμπυλότητάς του. Δεν ξεφεύγουμε από την πολλαπλότητα της οντολογικής μας ύπαρξης μόνο με το οντολογικό χάσμα που διαχωρίζει το Ένα από τον εαυτό του. Υπολείπεται κάτι ακόμα. Η ελευθερία του υποκειμένου του ασυνειδήτου ως αναδρομική πράξη του λόγου του. Δεν μπορεί όμως να ιδωθεί καμιά πράξη του λόγου που να συνιστά διέλευση της φαντασίωσης όταν κι αυτή, κατά τον Zizek, είναι μια κωμικοτραγική απόλαυση του ίδιου του συνθώματος: “First, Lacans mature theory (part of which is the notion of sinthom) is not tragic but comic; it involves a shift from the tragedy of desire to the comedy of drive: “in traversing the fantasy”, one learns to enjoy ones sinthom3. Πως θα συμβεί λοιπόν η έξοδος στην έρημο του Πραγματικού ή στην Γη της Επαγγελίας όταν η μόνη έξοδος είναι η ψευδαίσθηση της απόλαυσης του συμπτώματος (συμβιβάσου με το σύμπτωμά σου!) ή του συνθώματος;
Όταν τα πάντα έχουν ήδη συμβεί βρισκόμαστε μπροστά στο τέλειο έγκλημα το οποίο δεν αφήνει ίχνη Συμβάντος. Στη διαφάνεια του κακού, η διαφάνεια είναι το κακό4. Το «πάντα» είναι ήδη εδώ. Έχει ήδη συμβεί όπως και το «τίποτα». Ο τόπος του εγκλήματος είναι οι επιπτώσεις του simulacrum που ξεδιπλώνονται στην ίδια την υλικότητα του σημαίνοντος. Η εικόνα του ομοιώματος δεν μπορεί να εικονίσει το Πραγματικό γιατί είναι η ίδια η εικόνα του το Πραγματικό. Το τέλειο έγκλημα είναι η σύγχυση Φαντασιακού και Συμβολικού σε μια αδιαίρετη ισοδυναμία. Δολοφονείται η πραγματικότητα και εξαφανίζεται το ίδιο το Πραγματικό που δεν παύει όμως να επανέρχεται διαρκώς στην ίδια θέση. Ποιος το σκότωσε; Δεν υπάρχουν ούτε κίνητρα ούτε δράστες. Μόνο δράσεις. Το σώμα του Πραγματικού δεν βρέθηκε ποτέ. Το μόνο ζωντανό ίχνος του είναι «η αγωνία για το τίποτα» που φέρει το όνομα του υποκειμένου του ασυνειδήτου. Το υποκείμενο καθώς ακροζυγιάζεται στον ίλιγγο του κενού του και φέρει το ζωντανό ίχνος του «Τίποτα» ως σημάδι του Κάιν στο μέτωπό του, είναι πολύ κοντά στο να διαπράξει ή ήδη διέπραξε το τέλειο έγκλημα: «να μην πει τίποτα για τον θάνατο του Θεού στην χώρα του simulacrum».
Το τέλειο έγκλημα που δεν αφήνει ίχνη είναι το ομοίωμα του Καλού. Το ιδεώδες μοντέλο του αδιαίρετου και αδιαφοροποίητου (ως Θεοί) από το οποίο όλα τα αρνητικά ίχνη έχουν ελαχιστοποιηθεί. Αυτό μπορεί να ονομασθεί ως «Όλο». Κατά αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος ψάχνει να κατασκευάσει το απέθαντο διπλό του. Να βρει καταφύγιο σε μια αναδιπλασιασμένη «μήτρα-καταφύγιο». Η διαστροφική απόλαυση αναπαράγει μια θηλυκή μασκαράτα της ύπαρξης που καταναλώνει το αντικείμενο «ως Θεοί» αφού πρώτα καταναλώσει την Ιδέα της σχέσης αντικειμένου. Η προσομοίωση του «πιο Θεοί από τους Θεούς» υπερδιπλασιάζει την ομοίωση ενώ ταυτόχρονα την καταργεί συρρικνώνοντας τον χρόνο στην στιγμή της ψευδαισθησιακής απόλαυσης του «Τώρα!». Ο πραγματικός χρόνος όμως είναι του μη τετελεσμένου μέλλοντα της εβραϊκής γραμματικής. Θραύσματα λέξεων από το παρελθόν σωριάζονται μπροστά μας ενώ το μέλλον έρχεται από πίσω μας.
«Υπάρχει ένας πίνακας του Κλέε που ονομάζεται Angelus novus. Απεικονίζει έναν άγγελο που μοιάζει έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι στο οποίο έχει προσηλωμένο το βλέμμα. Τα μάτια του είναι γουρλωμένα, έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό, τα φτερά του είναι απλωμένα. Έτσι πρέπει να μοιάζει ο άγγελος της ιστορίας. Έχει το πρόσωπο στραμμένο προς το παρελθόν. Ό,τι σε εμάς εμφανίζεται ως αλυσίδα συμβάντων αυτός το βλέπει ως μια μοναδική καταστροφή που σωρεύει ακατάπαυστα ερείπια επί ερειπίων και του τα ρίχνει στα πόδια. Ο άγγελος θα ήθελε να σταθεί, να αναστήσει τους νεκρούς και να επανενώσει τα συντρίμμια αλλά μια καταιγίδα φυσά από τον Παράδεισο, που έχει παγιδευτεί στα φτερά του, και είναι τόσο ισχυρή που ο άγγελος δεν μπορεί πια να τα κλείσει. Η καταιγίδα τον σπρώχνει ασυγκράτητα στο μέλλον, στο οποίο έχει στραμμένα τα νώτα, ενώ μπροστά του ο σωρός των ερειπίων μεγαλώνει ως τον ουρανό. Ό,τι ονομάζουμε «πρόοδο» είναι αυτή ακριβώς η καταιγίδα»5.
1 Slavoj Zizek and John Milbank, the Monstrosity of Christ, Paradox or Dialectic? (London: Edited by Creston Davis, 2009) p.245.

2 Jacque Lacan, Seminar XVIII, on a discourse that might not be a semblance (Translated by Cormac Gallagher from unedited French manuscripts, 17 March 1971) p.127.

3 Ibid., p.245.

4 Jean Baudrillard, The Perfect Crime, Translated by Chris Turner (London: Verso, 1996) p.1.

5 Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για την έννοια της ιστορίας, Ο Πολίτης 43 (21 Νοεμβρίου 1997) σ. 32-39.


photo gianpal333


Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Ο Zizek στην χώρα του simulacrum (2)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ           

Η προτεσταντική θρησκεία δεν είναι ο εγγυητής του χάσματος και της ασυμμετρίας ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο. Δεν πρόκειται για καμιά «απομάγευση» του κόσμου η οποία μας αποκαλύπτει την ψυχρή υλική πραγματικότητα του Πραγματικού. Πρόκειται για ένα ψευδοχάσμα που καλύπτεται με ίχνη διαστροφικής απόλαυσης καθώς μας επαναφέρει διαρκώς στην μήτρα της Αιγύπτου χωρίς δυνατότητα εξόδου προς την Γη της Επαγγελίας η οποία συγχρόνως είναι η έρημος του Πραγματικού. Η μη διαμεσολάβηση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο δεν μας απαλλάσσει από ένα κουραστικό εκκλησιαστικό οικοδόμημα που δρα σε αρμονική ιεραρχία με μια θεία παντοδυναμία αλλά μας καλύπτει το παράδοξο μυστήριο της Ενσάρκωσης του Λόγου του Θεού. Ο Zizek αποφαίνεται:"…at the moment of Christ’s death, the earth shook, there was a thunderstorm, signaling that the world was falling apart, that something terrifyingly wrong was taking place which threw the very ontological edifice of reality off the rails. In Hegelese, Milbank’s vision remains that of a substantial immediate harmony of Being; there is no place in it for the outburst of radical negativity, for the full impact of the shattering news that "God is dead"1. Ο θάνατος του Θεού αντηχεί στην σκέψη του Zizek ως η εγκατάλειψη του Θεού από τον ίδιο τον Θεό. Ένας θάνατος χωρίς ανάσταση. Το θνητό σώμα του Χριστού είναι ένα δοχείο πρόσληψης της θεότητας που πεθαίνει αφήνοντας ένα υπόλοιπο παρουσίας στην κοινότητα των πιστών ως Άγιο Πνεύμα2. Ο Χριστός ανασταίνεται ως Άγιο Πνεύμα και όλο το σκηνικό φαντάζει ως ένα υπολειμματικό πλεόνασμα απενσαρκωμένης αγάπης μεταξύ των πιστών ή ως ισοδύναμο της ίδιας τους της κοινότητας. Αυτή η αναπαράσταση θα ταίριαζε περισσότερο με μετενσάρκωση παρά με ανάσταση. Ο συμβολικός Πατέρας γίνεται ένα νεκρό βιβλικό γράμμα. Αν ανυψωθεί σε ένα Ιδεώδες Εγώ τότε εισερχόμαστε απευθείας στο πεδίο του Φαντασιακού Πατέρα τον οποίο καταναλώνει ως Τοτέμ η φαντασιακή κοινότητα των πιστών. Μια άλλη αναπαράστασή του είναι εκείνη της επουράνιας Τριάδας η οποία είναι αποκομμένη από το ανθρώπινο και καθρεφτίζεται σε μια γήινη Τριάδα που ενεργεί για τους ανθρώπους3. Προφανώς και σε αυτήν την διπλοτυπία τα κάτοπτρα πολλαπλασιάζονται και διαιωνίζονται διαθλάσεις, αντανακλάσεις και θραύσματα μιας ανακύκλωσης από το ίδιο στο ίδιο μιας δυσδιάστατης αναπαράστασης χωρίς έξοδο. Βρισκόμαστε διαρκώς ακινητοποιημένοι στον τόπο της αδύνατης απόλαυσης, της αδύνατης ανταλλαγής και των εκάστοτε media που δρουν ως vanishing mediator. Το σημαίνον «Θεός» είναι πάντα ήδη παρελθόν που προβάλλεται στο μέλλον ως διπλή ανάκλαση. Ο Άλλος δεν είναι η ριζική Ετερότητα, ο ριζικά Άλλος. Το παρελθόν καθρεφτίζεται στο μέλλον για να καθρεφτιστεί πίσω στο παρόν ως αναδιπλασιασμός της αντανάκλασής του. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να αναρωτηθούμε, και εμείς και ο Zizek, για την ηθική της επιθυμίας μας σε σχέση με την ηθική της πράξης του λόγου μας όταν μιλάμε για τον Χριστιανισμό. Δεν μπορούμε να την εντοπίσουμε σε ένα οντολογικό χάσμα, σε μια ρωγμή, στο κέντρο της ύπαρξης από την οποία αναδύεται μια αυθεντική πράξη του λόγου αλλά ούτε και σε μια αυτοαναφορικότητα κυκλικού τύπου του Άλλου της απόλαυσης. Ο Lacan αναφέρει ότι: «το μόνο πράγμα για το οποίο μπορεί να είναι κανείς ένοχος, είναι το να έχει υπαναχωρήσει σε σχέση με την επιθυμία του»4. Η αέναη όμως ακολουθία μιας επιθυμίας της επιθυμίας μπορεί να εκβάλλει σε μια σύγχυση Φαντασιακού-Συμβολικού χωρίς Πραγματικό. Ο χρόνος μπορεί να καθηλωθεί σε μια διαπαθητικότητα χωρίς διάρκεια και τα στοιχεία που τον απαρτίζουν να γίνουν ολόιδια μεταξύ τους. Ακόμη κι αν το αίτημα του υποκειμένου διατρέχει έναν «πλήρη» κύκλο και η επιθυμία του ένα «κενό» κύκλο, ο οποίος αναπαριστά την μετωνυμική διαδρομή της επιθυμίας που το υποκείμενο διανύει σύμφωνα με μια ασυνείδητη επιλογή διαγράφοντας τους γύρους του αιτήματός του, δεν μπορούμε να διαφύγουμε από την ανεστραμμένη κυκλικότητα των σημαινόντων.

Το θέμα δεν είναι ποιος κύκλος φαντάζει καλύτερος για να τον επιλέξουμε με τα μάτια ερμητικά κλειστά αλλά η ριζική διαφορά ανάμεσα σε κύκλο και σταυρικό σχήμα (συμβολικός ευνουχισμός). Ο τραυματικός χαρακτήρας της Ενσάρκωσης του Λόγου δεν είναι της τάξεως του ριζικού ανταγωνισμού εντός Του αλλά ούτε και της σύμπτωσης πεπερασμένου και απείρου σε μια αρμονική Θεία Ολότητα. Η διαίρεση (Θεάνθρωπος) μέσα στο ίδιο το σημαίνον Θεός είναι ένα συμβάν μέσα στο αδιαίρετο της Αγίας Τριάδας. Ο Θεάνθρωπος διαιρείται χωρίς να χάνει την θεότητά του ή να εκφέρει απλώς άλλο ένα υστερικό παράπονο εγκατάλειψης προς τον Θεό Πατέρα      
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

1 Slavoj Zizek and John Milbank, The Monstrosity of Christ
, Paradox or Dialectic? (London: Edited by Creston Davis, 2009), p.249.


2 Ibid., p.253.


3 Ibid., p.253.



4 J.Lacan, Le Seminaire.Livre VII. L’ethique de la psychanalyse (Paris: Seuil, 1986), p.370.

photo gianpal333


Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΣΕΞΟΥΣΙΑΣ

Ψάχνοντας να βρεις γιατί δεν νιώθεις, γιατί οι προτάσεις σου κόβονται στη μέση από μια ανεξήγητη αμνησία, γιατί δεν μπορείς να σκεφτείς, συναντάς το σώμα σου διαμελισμένο στον καθρέφτη της παραγωγής μιας σεξουσίας που βγάζει κέρδος από το να σε ευνουχίζει, να σε κλαδεύει σε τομείς διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού και να σε βάζει στο περβάζι της επιστήμης σαν αντιπροσωπευτικό δείγμα γλάστρας χωρίς ήλιο, νερό και με τρία πλαστικά άνθη εντός της:
α)την ανάγκη, ως πόρνη πολυτελείας, β) την στέρηση, ως γριά πατρόνα και γ) την παραγωγή στέρησης και ανάγκης. Η γλάστρα είναι ο οίκος μη-αντοχής όπου ξημεροβραδιάζεσαι. Είσαι το απαραίτητο συστατικό του φαύλου κύκλου παραγωγής τους. Γύρω-γύρω όλοι και στη μέση εσύ. Πρέπει να καλύψεις τις τρύπες των αναγκών σου και να απελευθερώσεις τις παραγωγικές σου δυνάμεις με εργασιακή δουλεία μέχρι θανάτου ή να βγάλεις κέρδος αραχτός από την ατομική σου «σωτηρία» κάνοντάς την ατομική επιχείρηση. Το βλέπεις το δίπολο; Όπου βλέπεις δίπολο μακριά… Καλύτερα να αναζητάς όχι το τρίτο το μακρύτερο, αλλά την τρίτη διάσταση σένα τετραδιάστατο χώρο, δηλαδή εσένα ως άνθρωπο και όχι ως μηχανή παραγωγικότητας.
photo gianpal333
Πέρα λοιπόν από το δίπολο «
αρχή της πραγματικότητας» και «αρχή της ηδονής» του Freud νέα δίπολα έρχονται στην πιάτσα που απευθύνονται σε δίποδα που σέρνονται σαν τετράποδα πίσω από την νέα «αρχή της παραγωγικότητας». Χωρίς ίχνος επιθυμητικής ροής μέσα σου τρέχεις να προφτάσεις την ανθρώπινη αναπαραγωγή σου και να μην μείνεις πίσω λαχανιάζοντας. Την παίρνεις, την γονιμοποιείς, την μετασχηματίζεις την ανάγκη σου σε τουαλέτες υψηλής λειτουργικότητας αλλά δεν γίνεται η παραγωγική ή η εργατική δύναμη που θα’θελες. Μένεις λοιπόν καταϊδρωμένος και με μια μόνιμη δυσκοιλιότητα να σε ενοχλεί σαν σύμπτωμα που το τρέχεις εδώ και κει και δεν ξέρεις τι σου φταίει.
Στον κήπο της Εδέμ δεν εργάζεσαι για την καπιταλιστική επέκταση του φαντασιακού σου παραδείσου σε τουριστικά θέρετρα που μοιάζουν με στρατόπεδα εργασίας. Απλά περπατάς και χαζεύεις ένα κήπο με πραγματικά λουλούδια, χωρίς γλάστρες, καλλιεργώντας τον λόγο σου και την επιθυμία σου στο σώμα, στην ψυχή και στο πνεύμα σου και την αφήνεις να ρέει σε διαζεύξεις και συζεύξεις με τους γύρω σου έξω από τους τοίχους της φυλακής σου . Αν σου φαίνεται κουραστικό αυτό απλά χαράζεις το οικοπεδάκι σου και πέφτεις με τα μούτρα στην παραγωγή λαδιού ή αφήνεσαι να σου «βγάζουν το λάδι» με νέες τεχνικές παραγωγής πολλαπλών εαυτών ή γίνεσαι απλά η ψηλομύτα του παραμυθιού και τρως τα μούτρα σου στο σκληρό Πραγματικό.
«Κυρία Σώτη, νήπως η πριγκίπισσα-ψηλομύτα είχε μια ψηλή μύτη μέχρι το μέτωπο;» με το χεράκι της η μικρούλα μου δείχνει τα ράμματα που της έκαναν όταν σκόνταψε στο ίδιο της το καρεκλάκι.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΑΠΟΥΤΣΑ «ΧΙΟΝΑΤΗ»

photo gianpal333
Ο σκληρός πυρήνας της πραγματικότητας είναι αισθητικής φύσεως.

«…Πω, πω! Θεούλη μου! Πω!, πω! Έλεγαν και ξανάλεγαν τι όμορφο που είναι αυτό το κοριτσάκι!»

Αν η Χιονάτη πάρει κυριολεκτικά τα λόγια τους τότε καταρρέει όλη η συμβολική τάξη. Το «αντικείμενο μικρό α» (Lacan) πέφτει μέσα στην αψεγάδιαστη εικόνα της και γίνεται η ίδια το αντικείμενο της απόλαυσής της. Το γυαλί του καθρέφτη που την αντανακλά δεν ραγίζει την εικόνα της. Την κάνει μια αδιαφανή επιφάνεια που την σαγηνεύει με μια ψευδαίσθηση βάθους.

-Και μετά, και μετά; Τι γίνεται μετά;!

-Ο καθρέφτης ξαναχτυπά!

Το φαντασιακό υπερδιογκώνεται και η κακιά μητριά χυμάει σαν αγρίμι με προβιά καλοκάγαθης γριούλας στο κατώφλι της Χιονάτης.

-Χιονάτη, φυλάξου!

Πρώτα καταφτάνει ένα τραυματικό συναπάντημα: ένα δηλητηριασμένο χτενάκι. Ο απερίγραπτος τρόμος παραχωρεί τη θέση του σε μια ανάλαφρη λύση του δράματος. Βγάζουμε το χτενάκι από τα μαλλιά και η Χιονάτη ζωντανεύει ξανά. Τόσο απλά. Κι όμως έχουμε ένα φαντασιακό διπλό «Χιονάτη-χτένα» που κρύβει ένα matrix: «Η χτένα σκοτώνει αντί να χτενίζει». Το Πραγματικό εισβάλλει στη φαντασιακή διάσταση και η μαγεμένη χτένα ακυρώνει την ίδια την φιλντισένια φαλλική λαβή της.

- Από πού να την πιάσεις;

-Από πού να πιαστείς;

Έτσι η χτένα αν και διπλασιάζεται φαντασιακά παραμένει χωρίς το διπλό της. Δεν είναι ένα αντικείμενο ανταλλαγής, αν και αλλάζει χέρια… Είναι χτένα με φτερά…!

Το ένα της φτερό ξεκολλάει και διανύει μια ελικοειδή διαδρομή πριν χαθεί στον ορίζοντα. Πάει η αθωότητά της. Ποτέ δεν υπήρξε, άλλωστε, αγγελούδι ούτε αυτή ούτε κανένα άλλο παιδάκι. Σε μια στιγμή έμπνευσης στο Γυμνάσιο, την ώρα της Έκθεσης, είχε γράψει: «Εκείνος αγάπησε Εκείνη που δεν άξιζε την αγάπη του. Εκείνη αγάπησε Εκείνον που δεν άξιζε να αγαπηθεί…». Το Εκείνος εναλλασσόταν με το Εκείνη σ’ ένα κυνηγητό με χιουμοριστικές ατάκες σε τρείς σελίδες τετραδίου. Η Χιονάτη έδωσε την έκθεσή της στον μαραμένο φιλόλογο μ’ ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Όταν την ξαναπήρε διορθωμένη η πένα του φιλολόγου είχε κοκκινίσει την τελευταία γραμμή της τρίτης σελίδας μ’ ένα σχόλιο.

«Ντροπή σου!»

Πως τολμούσε αυτή η μικρή αθώα Χιονάτη να παίζει ερωτικά με τις λέξεις; Ανήκουστο! Θα έπρεπε να λέει ό,τι λένε όλοι. Τα γνωστά. Σε δυο λεπτά με μια διαγώνια ανάγνωση θα την είχε επιβραβεύσει μ’ ένα «μπράβο!» και θα είχε ξεμπερδέψει μαζί της. Τώρα το Εκείνος και το Εκείνη στροβιλίζονται γύρω του και τον περιγελούν. Ντύνονται τις όψεις του εαυτού του στην νιότη του και του θυμίζουν ό,τι απωθεί. Εκείνη. Εκείνη που ακόμα και τώρα ποθεί… Συνοφρυώνεται. Κρύβει το πρόσωπό του στις παλάμες του. Από τα αφύλακτα περάσματα των δαχτύλων του περνάει και πάλι Εκείνη, η Χιονάτη, σε μια πόζα από ανετάριστο φακό και τον κοιτάει κατάματα.

«…δέρμα λευκό σαν χιόνι, μάγουλα κόκκινα σαν το αίμα, μαλλιά μαύρα σαν τον έβενο!»

(απόσπασμα από το βιβλίο της Σώτης Γρίβα «Τα κόκκινα παπούτσ(ι)α», που μόλις εκδόθηκε, Ιανουάριο 2017, από τις εκδόσεις Έναστρον. Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι του gianpal333).

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ

photo gianpal333
Αυτό που σε σαγηνεύει και δεν τρως, είναι στον καθρέφτη της φαντασίωσης και παίζει με το σωματικό σου σχήμα. Αυτό που σε δένει φιόγκο, και σε σέρνει σαν μονόπλευρη, μονοδιάστατη επιφάνεια στα πατώματα, είναι το ίδιο που σε πετάει στον καθρέφτη της παραγωγής και σου φτιάχνει λιπόσαρκα αντίγραφα, των αντιγράφων, του εαυτού σου (που είναι κι αυτός ένα αντίγραφο). Αντί για μια ομφάλια τομή με το ιδεώδες διαφημιστικό Εγώ που σε αιχμαλωτίζει στην εικόνα που «θα ήθελες να είχες» παίρνεις έναν σκελετό στο Πραγματικό και τον κρύβεις σε μια αδυναμία για κίνηση. Η εικόνα σου (χωρίς να είναι εικόνα κίνησης), αναπαράγει τα αντίγραφά της και ζει τον μύθο της αναπαράστασής της στην οθόνη σου ενώ το βλέμμα σου απουσιάζει και δεν κουνιέσαι ρούπι από την θέση σου. Μόνο εκτελείς εντολές Υπερεγωτικών Θεών.
«Μάσα!»
«Άνοιξε το ξερό σου!»
Δεν μασάς αλλά ούτε και τολμάς να αρθρώσεις αυτό που σου έχει σταθεί στο λαιμό και σε πνίγει. Αν βγάλεις έξω την γλώσσα σου ή θα παπαγαλίσεις ή κάποιος θα σου την φάει. Έτσι νομίζεις και «κάνεις σαν να τρως», «κάνεις σαν να μιλάς», ενώ μιλιέσαι από τον Άλλον, τρώγεσαι από μέσα σου, τρως τις σάρκες του λόγου που δεν εκφέρεις και χορταίνεις με την αφαγία. Δεν το λες, δεν το δείχνεις, αλλά όλη σου η εικόνα που γίνεται ένα σκέτο ομοίωμα, αποπνέει ένα…
«Φάε με!» (για να υπάρχω).
«Δες με!» (για να υπάρχω).
«Πάρε με!» (για να υπάρχω).
«Αγάπα με!» (για να υπάρχω).
Κρύβεσαι σε εικόνες μέσα σε εικόνες άλλων, κλειδωμένες με κωδικούς και ούτε καν ψάχνεις για το λογισμικό που τις ξεκλειδώνει. Ακόμα κι έτσι έχεις μια αξία χρήσης ενώ φαντάζεις εντελώς «ά-χρηστος» ως προϊόν προς κατανάλωση.
«Εγώ που δεν μιλώ και δεν λαλώ, εγώ θα πάρω τον γαμπρό!»
Το σώμα σου δεν είναι μια κατασκευή, ούτε ένα προϊόν δια-χείρισης που «το έχεις» και το κάνεις ό,τι σου γουστάρει, αλλά ένα «είμαι» που αγωνιά να υπάρξει σε ένα αγαπητικό και επιθυμητικό γίγνεσθαι. Αλλιώς εξαφανίζεται χωρίς να κάνει πολύ θόρυβο. Σκάει σαν φούσκα ή τρίζει τις αρθρώσεις του και προκαλεί αηδία και τρόμο στους περαστικούς του έρωτα.
Όμως η χρόνια κατάποση πόνου από τα κηρύγματα που έχεις υποστεί κατά καιρούς, για να είσαι «όπως πρέπει!», νιώθεις να σου αφαιρούν πια και το στομάχι. Δεν έχεις πια στομάχι. Μια αδηφάγα τρύπα έχει μετατοπιστεί και προς τα εκεί. Με τούτα και με τ’άλλα σαν να πείνασες λιγουλάκι...
«Μάγισσα, μάγισσα τι μαγειρεύεις;»
«Παιδάκια…»
«Ά! Παϊδάκια. Τι ωραία. Πάνω στην ώρα. Μ’έπιασε μια λιγουρίτσα!....»

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΣΑΔΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ

φωτο gianpal333
«Οι άλλοι μπαίνουν μέσα μου…». Ακούτε σ΄αυτή την φράση το κάλεσμα της μήτρας; Το κάλεσμα είναι υπόκωφο και συγχρόνως εκκωφαντικό. Αν δεν το ακούτε ίσως σας έχει ήδη καταπιεί μια μήτρα με ομφάλιο λώρο και ατροφικό πλακούντα. Η ενοχή κουβαλάει στην ουρά της τον ομφάλιο λώρο της αλλά δεν έχει ομφάλια τομή για να αρχίσει να έχει και σωματικό σχήμα. Γέρνει μονόπαντα. Είναι ξινή, σαδιστική και σαγηνευτική. Αν είσαι ένοχος την βγάζεις καθαρή. Μαθαίνεις να παθαίνεις και δεν πιστεύεις πια στην έξοδο από τα βάσανα και τον πόνο σου. Φτιάχνεις τις δικές σου μήτρες και μπαίνεις μέσα τους. Αυτός ο ομφάλιος λώρος της ενοχής, όπως το περιλαίμιο στα σκυλάκια, μπορεί να γίνει η διαδυκτιακή σου σύνδεση, η ομάδα, το κόμμα, η θρησκευτική ή ψυχοθεραπευτική σέκτα, η οικογένεια που εξ-ίσταται με οιδιπόδεια συμπλέγματα στον εργασιακό σου χώρο, η σχέση σου που αναπαριστά έναν δικέφαλο μαμαδομπαμπά που κάτι σου θυμίζει, η δουλειά του ποδαριού που γίνεται δουλεία, μπορεί να γίνει ακόμα κι αυτό το σπαρακτικό κλάμα που αναβλύζει από τα μάτια σαν λεπτή μύξα και κυλάει στα μάγουλα ενώ στην πραγματικότητα κλαίνε τα αυτιά!
«Κλαίνε τα αυτιά;»
«Δεν το ήξερες; Ιδρώνουν από ντροπή και κλαίνε από ενοχή»
«Οι άλλοι μπαίνουν από τα αυτιά;»
Η δίοδος είναι στενή αλλά πάντα ανοιχτή στο να σας χύσουν από τα αυτιά υπερεγωτικά μοντελάκια σωστής δυαδικότητας. Σας χύνουν ανήκουστες εντολές για να είστε υπάκουοι και συμβατοί ως προς το σφάλμα και την συνενοχή. Ένα σφιγμένο χαμόγελο κυρά-δασκάλας με σαδιστικό επίχρισμα καλοσύνης προβάλλει στα παιδάκια τόνους ενοχής. Το ενήλικο παιδάκι παίρνει αγκαλίτσα την ενοχή γιατί φοβάται τις αστραπές και τους κεραυνούς στην έρημο του Πραγματικού και κάτω από τα πουπουλένια του σκεπάσματα μαλ(θ)ακίζεται…
Ξεχειλώνεις κι εσύ τον πόνο σου για το κακό που σε βρήκε ενώ ήσουν τόσο αθώα ένοχος και υπάκουος και τα ρίχνεις στην κακή σου μοίρα. Γίνεσαι ακόλουθος ενός υπερτροφικού Εγώ-Εμείς(αδιαφοροποίητου) και σκοτώνεις το υποκείμενο του ασυνειδήτου που δεν έχει καν γεννηθεί στον λόγο. Σου διαφεύγει η ζωή και σου φέρνει εμετό η επιβίωση. Τώρα δεν ακούς τίποτα πια. Η ακουστική οδός έχει φράξει από θυμό και ενοχή και ξεφυσά βγάζοντας ατμούς από τα αυτιά.
«Με γαμάνε από τα αυτιά. Αυτό είναι!»
«Ναι, Αλίκη. Αυτό είναι!»

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣ(Ι)Α Άγαλμα-μανιτάρι: Το κρυφό σφάλμα του Lacan και του Freud



φωτο gianpal333

«Ωραία παπούτσια για χορό! Είπε ο γερο-στρατιώτης. Γίνονται ένα με τα πόδια σου όταν χορεύεις! Και χτύπησε μαλακά το χέρι του στις σόλες…»

Η σεξουαλική διαφορά είναι το Πραγματικό του σώματος αλλά ποιος πραγματικά το βλέπει; Ο Freud από τον πατέρα που σφάλλει πέρασε στην ενοχή του γιού με το οιδιπόδειο κάνοντας ένα άλμα στο κενό… Το οιδιπόδειο είναι η μήτρα-καταφύγιο του Freud. H  αποπλάνηση του σαγηνευτή ενηλίκου αθωώνεται και το παιδί είναι το μόνο που φταίει. Ο ίδιος ως γιός δεν ξέρει τίποτα για την κηλίδα της ενοχής στο μέτωπό του. Το μάτι του τυφλώνεται από την υπερβολική έκθεση στον μύθο του Οιδίποδα και προσπερνά ό,τι «βγάζει μάτι». Ο Οιδίποδας συνδέεται α) με μια παιδοκτονία. Πρώτα «σκοτώνουν» ένα παιδί! β) με μια πατροκτονία γ) με μια αιμομιξία και δ) με μια αυτοκτονία της Ιοκάστης και ένα ακρωτηριασμό του Οιδίποδα. Βγάζει κυριολεκτικά τα μάτια του αφού είδε κατάματα αυτό που «βγάζει μάτι…»

 «…και η Κάρεν δεν κρατήθηκε. Έκανε δυο τρία βήματα, αλλά με το που άρχισε, τα πόδια της συνέχισαν να χορεύουν. Λες και το αποφάσισαν από μόνα τους τα παπούτσια…»

Ο Freud είναι ο ίδιος ο Δον Ζουάν αν και δεν είχε ερωτικές κατακτήσεις. Κάνει όμως συλλογές από αγάλματα παγανιστικών θεοτήτων, συλλέγει  μανιτάρια που μοιάζουν με βάθρα θεοτήτων και απατάει τον Γιαχβέ, τον Θεό των προγόνων του, και όχι την γυναίκα του. Ο Lacan αναδιπλασιάζει τον Freud ενώ θεωρεί ότι «επιστρέφει σ’αυτόν». Τα αγάλματα που συλλέγει είναι, κατά την γνώμη μου, τα «Ονόματα-του-Πατέρα» και το κεντρικό είδωλο, που μαρκάρει τον τόπο της απόλαυσης και όχι της επιθυμίας, είναι το «μικρό αντικείμενο α». Ο Freud τρώει με καλεσμένους αγάλματα στο τραπέζι του και ο Lacan μιλάει για το άγαλμα μέσα μας. Κάπου εδώ βλέπω να μεταδίδεται το σφάλμα από τον πατέρα στον γιό της ψυχανάλυσης…

 Γεμίσαμε «αγαλματίδια-φετίχ» που τα κουβαλάμε στο τσεπάκι μας για κάθε χρήση και μαλακία. Δεν αρκεί το αναιμικό «όχι» ενός μαμαδομπαμπά για να μην τρώμε τα παιδάκια σαν κανίβαλοι και να μην τα ωθούμε σε θυσίες και ολοκαυτώματα. Το σφάλμα είναι ότι στον τόπο της επιθυμίας λιμνάζει η απόλαυση του πόνου και στον τόπο της μεταβιβαστικής αγάπης λιμνάζει η μεταβιβαστική μετάσταση σφαλμάτων από γενιά σε γενιά που εξ-ίστανται σε καρκινώματα. Η διαστροφική αλυσίδα τρέφεται με πλεόνασμα μελαγχολικής νοσταλγίας, με μια κλαίουσα ιτιά δίπλα από την φάτνη του Χριστού, και με το άψογο μακιγιάζ μιας  ξηρής επιδερμίδας με μαύρα στίγματα και νεκρά κύτταρα που, αν και είναι προσωπείο, προσποιείται το λαμπερό πρόσωπο των γιορτών. Όμως παρόλο το λούστρο, τους κορσέδες, και τους
παπουτσωμένους γάτους, τους διασκεδαστές των αφεντάδων τους, κάτι λείπει από τον χορό της χαράς…

«…τα παπούτσια μπήκαν σ΄ένα ντουλάπι του σπιτιού, όμως η Κάρεν δεν άντεχε, κι όλο άνοιγε να τα κοιτάξει…»

(απόσπασμα από το βιβλίο της Σώτης Γρίβα «Κόκκινα παπούτσ(i)α» που εκδίδεται το ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2016)